Γράφει ο Κώστας Λεβέντης – Πρόεδρος Επιμελητηρίου Ηλείας

Τις τελευταίες ημέρες, η τοπική κοινωνία του Πύργου γίνεται μάρτυρας μιας έντασης αναφορικά με τη δημιουργία των «Ωνάσειων Σχολείων». Δυστυχώς, παρατηρούμε αντιδράσεις που συχνά υπερβαίνουν τα όρια του γόνιμου διαλόγου και εγκλωβίζονται σε μια ιδεολογική καχυποψία. Ωστόσο, σε μια περιοχή που διψά για εκπαιδευτικές ευκαιρίες, εξωστρέφεια και ουσιαστική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, οφείλουμε να μιλήσουμε με στοιχεία και όχι με συνθήματα.

Τα Ωνάσεια Σχολεία, με την αρωγή του Κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Ωνάση, δεν έρχονται να υποκαταστήσουν το δημόσιο σχολείο, ούτε να επιβάλλουν μια ιδιωτικοποίηση «από την πίσω πόρτα». Αντιθέτως, εντάσσονται σε μια ευρωπαϊκή πρακτική, δοκιμασμένη εδώ και χρόνια: τη σύμπραξη του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος με κοινωφελή ιδρύματα, υπό αυστηρούς κανόνες, δημόσιο έλεγχο και με αποκλειστικό γνώμονα την ποιοτική αναβάθμιση.

Τέτοιες συνέργειες αποτελούν κεκτημένο σε πολλές προηγμένες χώρες της Ευρώπης, όπου όχι μόνο δεν αμφισβητούνται, αλλά αναγνωρίζονται ως πολύτιμα εργαλεία κοινωνικής συνοχής:

  • Στη Φινλανδία, το δημόσιο σχολείο συνεργάζεται θεσμικά με ιδρύματα και πανεπιστήμια για την εισαγωγή καινοτόμων μεθόδων. Οι εκπαιδευτικοί συμμετέχουν στον σχεδιασμό και επιμορφώνονται, ενισχύοντας το κύρος τους, χωρίς κανείς να κάνει λόγο για «υπονόμευση».
  • Στη Γαλλία, δημόσια σχολεία σε ευάλωτες περιοχές ενισχύονται από ιδρύματα υπό κρατική εποπτεία, εξασφαλίζοντας καλύτερες υποδομές και μικρότερα τμήματα για τους μαθητές που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
  • Στη Γερμανία, τα «Stiftungsschulen» (σχολεία με στήριξη ιδρυμάτων) αποτελούν οργανικό μέρος του δημόσιου εκπαιδευτικού χάρτη, λειτουργώντας συχνά ως μοχλός άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, χωρίς ίχνος ελιτισμού.
  • Ακόμη και στην Ολλανδία, όπου η εκπαιδευτική αυτονομία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη, το κράτος χρηματοδοτεί δημόσια σχολεία που υποστηρίζονται από μη κερδοσκοπικούς φορείς, με όρους απόλυτης διαφάνειας.

Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει ότι αυτές οι συμπράξεις δεν αποδυναμώνουν το δημόσιο σχολείο· απεναντίας, το καθιστούν πιο ανθεκτικό και πιο δίκαιο.

Δεν χρειάζεται, όμως, να αναζητούμε παραδείγματα μόνο στο εξωτερικό. Η χώρα μας διαθέτει επίσης λαμπρά παραδείγματα σχολικών μονάδων που αναβαθμίστηκαν μέσω του διαχρονικού ευεργετισμού. Για παράδειγμα:

Στη Σιάτιστα Κοζάνης, το Ίδρυμα «Κωνσταντίνος και Ελένη Παπανικολάου» δώρισε το κτήριο του Μουσικού Σχολείου Σιάτιστας, μεριμνά για τη συντήρησή του και εξοπλίζει τους μαθητές με μουσικά όργανα και στολές. Για τον λόγο αυτό το σχολείο φέρει την προσωνυμία «Μουσικό Σχολείο Κωνσταντίνος και Ελένη Παπανικολάου». Το ίδιο Ίδρυμα έχει επίσης ανακαινίσει το 2ο  Νηπιαγωγείο και το 2ο Δημοτικό Σχολείο Σιάτιστας, καθώς και το Δημοτικό Σχολείο Μικροκάστρου. Αντίστοιχα, το Ίδρυμα Παπαγεωργίου προσέφερε νέες κτηριακές εγκαταστάσεις για το Γενικό Λύκειο και το Γυμνάσιο της πόλης, ανακαινίζοντας παράλληλα το ΕΠΑΛ.

Αυτές οι αναφορές είναι ενδεικτικές ενός πλαισίου προσφοράς που απαντάται σε όλη τη Δυτική Μακεδονία, αποδεικνύοντας στην πράξη τα οφέλη τέτοιων πρωτοβουλιών.

Είναι σαφές ότι η συζήτηση αυτή αφορά άμεσα την εκπαιδευτική κοινότητα. Κατανοούμε την αγωνία των καθηγητών της περιοχής μας για τα κενά στην επικοινωνία ή για πιθανές δυσλειτουργίες στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Πρόκειται για προβληματισμούς υπαρκτούς. Ωστόσο, τα προβλήματα αυτά είναι διαχρονικά και δομικά. Δεν δημιουργήθηκαν από τα Ωνάσεια Σχολεία, ούτε πρόκειται να επιδεινωθούν εξαιτίας τους.

Η αναβάθμιση της Παιδείας απαιτεί θεσμικές λύσεις, διάλογο και αμοιβαίο σεβασμό. Δεν μπορεί, όμως, να εκφυλίζεται σε μια αμφίσημη άρνηση κάθε νέας πρωτοβουλίας και σε έναν αδιάλλακτο φοβικό συντηρητισμό. Η ευθύνη για τον στρατηγικό σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής ανήκει στην Πολιτεία και το Υπουργείο Παιδείας, ωστόσο η επιτυχία κάθε νέας προσπάθειας προϋποθέτει την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας και των λειτουργών της εκπαίδευσης. Γι’ αυτό και ο χώρος της Παιδείας πρέπει να αποτελεί πεδίο γόνιμης σύνθεσης και όχι αρένα στείρων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων.

Όπως συμβαίνει στην Ευρώπη, έτσι και εδώ, οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να παρακάμπτονται. Ταυτόχρονα όμως, δεν νοείται να επικρίνουν και να αρνούνται εκ των προτέρων κάθε νέα προσπάθεια, πριν καν αυτή δοκιμαστεί στην πράξη. Αντί για την εύκολη λύση της ισοπέδωσης, οφείλουν να συμμετέχουν ενεργά, προάγοντας τον ρόλο τους. Αυτό ακριβώς πρέπει να διεκδικήσουμε: ουσιαστική συμμετοχή και λόγο, όχι αφορισμούς και αποκλεισμούς.

Ο Πύργος δεν έχει την πολυτέλεια να απορρίπτει ευκαιρίες που άλλες πόλεις διεκδικούν. Σε έναν τόπο που έχει δοκιμαστεί από την εγκατάλειψη και τη φυγή των νέων, κάθε σοβαρή επένδυση στη δημόσια παιδεία ισοδυναμεί με επένδυση στο μέλλον. Τα Ωνάσεια Σχολεία δεν δημιουργούν μαθητές δύο ταχυτήτων, αλλά προσφέρουν προοπτική και ένα θετικό πρότυπο για όλη την εκπαιδευτική κοινότητα.

Αν επιθυμούμε πραγματικά ένα ισχυρό δημόσιο σχολείο, η εμπειρία –τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η εγχώρια– μας δείχνει τον δρόμο: εξωστρέφεια, συνεργασία και εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο δυναμικό μας. Όχι φόβος απέναντι στο καινούργιο.

Ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη είναι δεδομένος, αυτό όμως δεν συνεπάγεται και την αποδοχή της στασιμότητας. Η Ηλεία έχει στερηθεί διαχρονικά κρίσιμες δομές και υποδομές, με μετρήσιμο κόστος στην ανάπτυξή της. Η κοινωνία του Πύργου, αντιλαμβανόμενη το διακύβευμα, υποδέχεται θετικά την επιλογή της Πολιτείας να ενισχύσει τον τόπο μας με μια ουσιαστική δομή για τα παιδιά μας.