Δύο πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας σκοτώθηκαν σήμερα στην Τανάγρα. Όχι σε πόλεμο ούτε σε αναχαίτιση, υπερασπιζόμενοι τον ελληνικό εναέριο χώρο. Σκοτώθηκαν πετώντας με ένα γερασμένο F-4 Phantom, στο πλαίσιο μιας αεροπορικής επίδειξης. Και, πέρα από το πένθος και την έρευνα για τα αίτια του δυστυχήματος, πρέπει κάποτε να κάνουμε μια συζήτηση που συνήθως αποφεύγουμε: για τις επιδείξεις που σκοτώνουν σε καιρό ειρήνης.
Το Phantom που συνετρίβη στην Τανάγρα συμμετείχε σε αεροπορικό θέαμα που γίνεται κάθε χρόνο και για το οποίο οι κάτοικοι της περιοχής έχουν διαμαρτυρηθεί πολλές φορές. Μαζί με τους δύο ανθρώπους χάθηκε ένα πολεμικό αεροσκάφος, κινητοποιήθηκαν πυροσβεστικές δυνάμεις και εναέρια μέσα και ξέσπασε φωτιά στην περιοχή. Το πραγματικό κόστος, λοιπόν, μιας τέτοιας πτήσης δεν είναι μόνο τα καύσιμα, οι εργατοώρες των τεχνικών ή τα εκατομμύρια που αντιπροσωπεύει ένα μαχητικό αεροσκάφος. Το πραγματικό κόστος βρίσκεται μέσα στο κόκπιτ.
Οι στρατιωτικές ασκήσεις έχουν σκοτώσει πολλούς ανθρώπους σε καιρό ειρήνης. Στην Ελλάδα το γνωρίζουμε καλά. Πιλότοι, στρατιώτες και ναύτες έχουν χαθεί σε εκπαιδευτικές πτήσεις και ασκήσεις. Πολλές από αυτές τις απώλειες συνδέθηκαν με κάτι απολύτως αναγκαίο: την προετοιμασία των Ενόπλων Δυνάμεων για την ώρα που ίσως χρειαστούν πραγματικά. Το ερώτημα, όμως, γίνεται πολύ δυσκολότερο όταν ο θάνατος έρχεται όχι μέσα σε μια αναγκαία άσκηση, αλλά σε μια δημόσια επίδειξη: Γιατί έπρεπε να αναληφθεί αυτός ο κίνδυνος;

Τι ακριβώς κερδίζει η άμυνα μιας χώρας από μια τέτοια πτήση; Ποιο μέρος της αποτελεί εκπαίδευση και ποιο θέαμα; Πόσο κοστίζει; Ποιος αποφασίζει ότι το όφελος δικαιολογεί τον κίνδυνο; Δεν χρειάζεται σήμερα να απαντήσουμε βιαστικά. Χρειάζεται, όμως, επιτέλους να θέσουμε τα ερωτήματα.
Γιατί υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν τη στρατιωτική ισχύ. Δεν μας αρκεί να υπάρχει. Πρέπει και να επιδεικνύεται. Να περνούν τα μαχητικά χαμηλά, να κάνουν ελιγμούς, να φωτογραφίζονται, να γίνονται βίντεο και θέαμα.

Και σήμερα, 5 Σεπτεμβρίου, η λέξη «επίδειξη» αποκτά στην Ελλάδα μια παράξενη δεύτερη σημασία. Στην Τανάγρα είχαμε την επίδειξη της στρατιωτικής ισχύος. Στη Θεσσαλονίκη, στη ΔΕΘ, την καθιερωμένη επίδειξη της πολιτικής ισχύος, με εξαγγελίες, κάμερες, μεταδόσεις και όλη τη σκηνοθεσία που συνοδεύει κάθε χρόνο την παρουσία της κυβέρνησης εκεί.
Δεν είναι, φυσικά, το ίδιο πράγμα και θα ήταν άδικο να συνδέσουμε αιτιακά δύο εντελώς διαφορετικά γεγονότα. Η σύμπτωση, όμως, της ίδιας ημέρας επιτρέπει μια σκέψη: Μήπως έχουμε αρχίσει να αγαπάμε υπερβολικά τις επιδείξεις;
Γιατί η πραγματική ισχύς μιας χώρας δεν βρίσκεται στο πόσο εντυπωσιακά περνά ένα μαχητικό πάνω από ένα πλήθος. Ούτε στο πόσο εντυπωσιακά παρουσιάζονται οι εξαγγελίες ενός πρωθυπουργού. Βρίσκεται στο πόσο σοβαρά λειτουργεί το κράτος όταν δεν υπάρχουν θεατές.
Ηλίας Γ. Προβόπουλος