FOLLOW US: facebook twitter

Ιδιωτική Επικουρική Ασφάλιση: Επενδυτές με το ζόρι

Ημερομηνία: 06-09-2021 | Συντάκτης:

Σύνταξη, έννοια μακρινή και συχνά πικρή για τις νεότερες γενιές. Μία συζήτηση για το Ασφαλιστικό, πόσο μάλλον ένα σύστημα που αφορά τις επόμενες δεκαετίες, μοιάζει ξενέρωτη ή ανούσια. «Σιγά μην πάρουμε  σύνταξη ποτέ» είναι ένα σύνηθες σχόλιο, μετά από διαδοχικές «μεταρρυθμίσεις» που σήμαιναν αλλεπάλληλες περικοπές. Τώρα όμως, η κυβέρνηση  φέρνει μία σεισμική αλλαγή στον τρόπο που λειτουργεί η απονομή συντάξεων στη χώρα. Σταδιακά, όλοι οι εργαζόμενοι θα γίνουν επενδυτές. Κανονικοί, από αυτούς που όντως βάζουν χρήματα. Το ρίσκο θα ναι όλο δικό τους. Τα κέρδη όμως θα είναι κυρίως γι αυτούς που θα τζογάρουν ξένα κεφάλαια στην «αγορά».

Καταρχάς, να πούμε «τι είναι σύνταξη». Κάθε εργαζόμενος και εργοδότης πληρώνουν εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία, με σκοπό στο τέλος του εργασιακού βίου του εργαζόμενου, να δικαιούται ένα συγκεκριμένο ποσό. Στην ουσία, πρόκειται για μία μορφή αποταμίευσης, με βασική διαφορά το γεγονός ότι τα χρήματα του εργαζόμενου δεν παραμένουν παγωμένα. Χρησιμοποιούνται ώστε να καταβάλλονται οι σημερινές συντάξεις, σε πολίτες που πριν από τον νέο εργαζόμενο, έχουν ακολουθήσει την ίδια διαδικασία. Διαδικασία που θα ακολουθήσει και ο εργαζόμενος της επόμενης γενιάς και ούτω καθεξής. Αυτό είναι το αναδιανεμητικό σύστημα, όπου αναφέρεται συχνά ο όρος «αλληλεγγύη των γενεών». Δε πρόκειται ακριβώς ωστόσο για αλληλεγγύη, καθώς ένας εργαζόμενος νομοτελειακά θα βρεθεί και στις δύο όψεις του δύο νομίσματος.

Αυτός είναι βέβαια μόνο ο πυρήνας του ισχύοντος συστήματος, γιατί στην πράξη, μετά από 11 μνημονιακά χρόνια, οι κομμένες συντάξεις έγιναν κανονικότητα. Έχουμε εδώ όμως έναν φαύλο κύκλο που πυροδοτείται από τη λιτότητα και την ύφεση. Οι μειωμένοι μισθοί φέρνουν μικρότερες εισφορές και λιγότερα χρήματα στα ταμεία, τα αποθεματικά των οποίων λεηλατήθηκαν σε υποθέσεις όπως του PSI, του δήθεν «μεγαλύτερου κουρέματος χρέους στην ιστορία». Η συρρίκνωση της Οικονομίας φέρνει «αναλύσεις» που δείχνουν «πόσα πολλά δαπανάει η χώρα για συντάξεις σε σύγκριση με την Ευρώπη» και το «Ασφαλιστικό που δεν βγαίνει. Έρχεται μείωση συντάξεων, μικρότερη αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων, μικρότεροι μισθοί στην αγορά, μικρότερες εισφορές στα ταμεία. Και ξανά τα ίδια.

Να πούμε επίσης, «τι είναι επένδυση». Μία κανονική επένδυση έχει ένα αρχικό κεφάλαιο, ένα προσδοκώμενο κέρδος και ένα ρίσκο που αναλαμβάνει με τη θέλησή του ο επενδυτής, ώστε να κυνηγήσει αυτό το κέρδος. Όταν αυτά δεν υπάρχουν, όταν το «ρίσκο» διασφαλίζεται από το κράτος και όταν το κέρδος είναι δεδομένο, όπως συμβαίνει κατά κόρον στις ιδιωτικοποιήσεις και εν γένει σε ό,τι προβάλλεται στη χώρα ως μεγάλη «επένδυση», τότε μιλάμε περισσότερο για αεριτζήδες, παρά επενδυτές.

Στο κομμάτι της επικουρικής ασφάλισης, το αναδιανεμητικό σύστημα παύει να ισχύει και γίνεται κεφαλαιοποιητικό, υποχρεωτικά μάλιστα για εργαζόμενους και εργαζόμενες που θα μπουν στην αγορά εργασίας από το 2022. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τις περικοπές της τελευταίες δεκαετίας, κινδυνολογεί παράλληλα για περικοπές που έρχονται στο μέλλον, ώστε να μιλήσει στο θυμικό των νέων εργαζόμενων και να τους πει πως «τώρα θα έχετε τον ατομικό σας κουμπαρά, δεν θα μπορεί να σας τον πάρει κανείς».

Καθώς λοιπόν όλο και περισσότερες εισφορές δεν θα καταβάλλονται στα σημερινά ταμεία, αλλά στον νέο φορέα, το ΤΕΚΑ (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης) είναι δεδομένο ότι θα δημιουργηθεί ένα χρηματοδοτικό κενό στην πληρωμή των συντάξεων, που συνεχώς θα διογκώνεται. Αυτό δεν είναι εκτίμηση, η κυβέρνηση δεν το αρνείται και ακόμα και στο δελτίο Τύπου του υπουργείου Εργασίας αναφέρεται πως «όποιο χρηματοδοτικό κενό υπάρχει θα καλυφθεί χωρίς προβλήματα από τον προϋπολογισμό». Αυτό το κενό μάλιστα, υπολογίζεται κάπου μεταξύ 56 και 70 δισ,  σε βάθος 50ετίας. Η κυβέρνηση βέβαια λέει ότι το κόστος αυτό είναι οπισθοβαρές, δηλαδή αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου και πως στο μεταξύ τα οφέλη θα καλύπτουν την τεράστια τρύπα στα δημόσια ταμεία. Το πρώτο είναι αλήθεια, το δεύτερο είναι απλά μία ευχή.

Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή του συστήματος θα χρηματοδοτηθεί από τους φορολογούμενους, είτε με περικοπές συντάξεων, είτε μέσω της ανάγκης του κράτους για περισσότερα έσοδα, ώστε να καταβάλλονται κανονικά οι επικουρικές συντάξεις. Τα υπόλοιπα, εξαρτώνται από τις ορέξεις των αγορών, όπου θα «επενδύονται» οι εισφορές των εργαζομένων.

Αν τα πράγματα δεν καταλήξουν καλά για τον εργαζόμενο – επενδυτή , τότε μπορεί η αποτυχία να βαραίνει τον ίδιο, σε μία νέα μορφή «ατομικής ευθύνης».  Για την προστασία από αυτόν τον κίνδυνο, η κυβέρνηση έχει προβλέψει μία εγγύηση από το Δημόσιο, «περί μη αρνητικών αποδόσεων». Δηλαδή το κράτος εγγυάται ότι ο εργαζόμενος δεν θα χάσει τις εισφορές του και θα τις λάβει τελικά πίσω «με πραγματικούς όρους». Δηλαδή το Δημόσιο, οι φορολογούμενοι, θα πρέπει και να καλύψουν τα κόστη από τη μετάβαση στο νέο σύστημα αλλά και να εγγυηθούν ότι θα καλύψουν τις πιθανές ζημιές του.

Aυτό ακριβώς το ρίσκο, είναι η πεμπτουσία του νέου νόμου. Οι νέοι εργαζόμενοι θα προσφέρουν το κεφάλαιο, λαμβάνοντας, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ένα μικρό κέρδος από τις επενδύσεις που οι ίδιοι χρηματοδότησαν. Από την άλλη τσέπη θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναλάβουν, δια της πλαγίας οδού, τις ζημιές του κόστους μετάβασης. Παράλληλα, πάνω στα χρήματά τους, θα διογκωθεί μία ολόκληρη αγορά «διαχειριστών» κεφαλαίων, στα πρότυπα των funds που αναλαμβάνουν κόκκινα δάνεια, για να τζογάρουν χρήματα με ελλιπή, όπως έχει αποδειχθεί τόσο στην Ελλάδα πρόσφατα, όσο και διεθνώς στις οικονομικές κρίσεις, έλεγχο.


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Καιρός Πύργος