Ένα πρωτοφανές κύμα φορολογικής πίεσης και συστηματικής αφαίμαξης των εισοδημάτων και των περιουσιών εκατομμυρίων Ελλήνων πολιτών αποκαλύπτει η αναλυτική αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης, για την επταετή περίοδο από το τέλος του 2019 έως και το τέλος του 2026.


Παρά τις επικοινωνιακές διακηρύξεις για δήθεν «μειώσεις φόρων» και ελαφρύνσεις της μεσαίας τάξης, τα επίσημα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού και οι απολογισμοί της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν μια εντελώς αντίθετη και σκληρή πραγματικότητα

Τα συνολικά φορολογικά έσοδα του κράτους εκτινάχθηκαν από τα 51-52 δισεκατομμύρια ευρώ το 2019 στο ιστορικό ρεκόρ των 73,5 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2026, καταγράφοντας μια σωρευτική αύξηση που ξεπερνά το 42,5%. Η γιγάντωση αυτή των κρατικών εσόδων δεν προήλθε από την ανάπτυξη, αλλά από μια σειρά μεθοδευμένων «τρικ», με κυριότερο τη σκόπιμη διατήρηση των φορολογικών κλιμακίων σταθερών εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού, την επιβολή οριζόντιων τεκμηρίων και την έμμεση υπερφορολόγηση μέσω της επιβολής υψηλών συντελεστών ΦΠΑ επί συνεχώς αυξανόμενων τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης.
Η περίοδος 2019-2026 θα καταγραφεί στην οικονομική ιστορία της χώρας ως η περίοδος των «βουβών» και έμμεσων χαρατσιών. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, μικρομεσαίοι επαγγελματίες και ιδιοκτήτες ακινήτων βρέθηκαν στο στόχαστρο μιας εισπρακτικής λαίλαπας.

Το πιο εκτεταμένο και κοινωνικά άδικο κυβερνητικό τέχνασμα της επταετίας 2019-2026 αφορά τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (ΦΕΦΠ). Όπως καταγγέλλουν εργατικά συνδικάτα και οικονομικοί αναλυτές, η κυβέρνηση αρνήθηκε πεισματικά κατά τα έτη 2021-2025 να προχωρήσει στην τιμαριθμοποίηση των φορολογικών κλιμακίων. Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται και οι τιμές των προϊόντων στα ράφια καλπάζουν, οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις δέχονται κάποιες μικρές αυξήσεις για να αναπληρωθεί μέρος της χαμένης αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, επειδή τα όρια των φορολογικών κλιμακίων παρέμειναν «παγωμένα» στα επίπεδα του 2020, οι πολίτες άλλαξαν κλιμάκιο με το έτσι θέλω.

Λόγω των μικρών αυτών ονομαστικών αυξήσεων, το εισόδημα πάνω από 3.000.000 εργαζομένων και συνταξιούχων «σπρώχτηκε» αυτόματα σε υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές (π.χ. από το 9% στο 22% ή από το 22% στο 28% και το 36%). Το αποτέλεσμα ήταν ο φόρος να αυξάνεται με ρυθμό πολλαπλάσιο από την όποια ονομαστική αύξηση δόθηκε. Με αυτόν τον τρόπο, η Εφορία εξανέμισε ή και εκμηδένισε πλήρως το όφελος των αυξήσεων, αφαιρώντας με το «έτσι θέλω» πάνω από 2 δισεκατομμύρια ευρώ από τις τσέπες των μισθωτών και των συνταξιούχων κατά την πενταετία 2021-2025.

Τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων, τα οποία το 2019 κινούνταν στα επίπεδα των 10-11 δισ. ευρώ, εκτινάχθηκαν το 2025 και το 2026 στα 15,71 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για μια τρομακτική αύξηση, η οποία αποδεικνύει ότι τα συνήθη υποζύγια πλήρωσαν τη μερίδα του λέοντος για τα περίφημα «πρωτογενή πλεονάσματα» για τα οποία επαίρεται το οικονομικό επιτελείο.


Αφαίμαξη μέσω των έμμεσων φόρων


Αν οι άμεσοι φόροι αποτελούν το ένα σκέλος της εισπρακτικής πολιτικής, οι έμμεσοι φόροι (ΦΠΑ και ΕΦΚ) αποτελούν το βαρύ πυροβολικό που ισοπεδώνει τα λαϊκά νοικοκυριά. Η διατήρηση των συντελεστών ΦΠΑ στο 24% και στο 13% εν μέσω μιας πρωτοφανούς ακρίβειας στα τρόφιμα και τα καύσιμα λειτούργησε ως ένας μόνιμος εισπρακτικός μηχανισμός υφαρπαγής τεράστιων χρηματικών ποσών από τους προϋπολογισμούς των ελληνικών νοικοκυριών. Το κράτος εισέπραττε και εισπράττει κάθε χρόνο αυξημένο ΦΠΑ απλώς και μόνο επειδή αυξάνονται οι τιμές των προϊόντων. Επιβάλλει συντελεστές ΦΠΑ από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ενωση επί ολοένα αυξανόμενων τιμών σε βασικά είδη διατροφής και άλλα καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης.

Ο ΦΠΑ αναδείχθηκε στον απόλυτο «πρωταθλητή» των εσόδων. Από τα 17-18 δισ. ευρώ το 2019, τα έσοδα από τον ΦΠΑ εκτινάχθηκαν στα 26,35 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, στα 27,77 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025 και εκτιμάται πλέον ότι θα διαμορφωθούν στα 29,3 δισεκατομμύρια ευρώ στο κλείσιμο του 2026. Αντίστοιχα, οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, τα καπνικά και τα ποτά παρέμειναν σταθερά στα υψηλότερα επίπεδα της Ευρώπης, στερώντας από τους πολίτες τη δυνατότητα να ανασάνουν από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.