Η Τυνησία, μία χώρα με ιστορία σχεδόν τριών χιλιετιών στο ελαιόλαδο, αναμένεται να είναι φέτος ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός του κόσμου. Όμως έξω από τα σύνορα της χώρας, είναι πρακτικά αδύνατον να βρει κανείς την ταμπέλα «ελαιόλαδο Τυνησίας» στα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Ο λόγος είναι γιατί την τελευταία σεζόν, το 86% των εξαγωγών τυνησιακού ελαιολάδου πουλήθηκε χύμα, προκειμένου να εμφιαλωθεί από ξένα brands, κυρίως της Ισπανίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ. Αυτές οι εταιρείες το αναμειγνύουν συνήθως με ντόπια λάδια και –βέβαια- απαλείφουν το «made in Tunisia» από τις συσκευασίες τους.

Μια νέα γενιά ανεξάρτητων Τυνήσιων παραγωγών λέει τώρα ότι αυτό το μοντέλο θα έπρεπε να είχε εγκαταλειφθεί πριν από χρόνια.

«Στην Τυνησία, λέμε ότι υπάρχουν περισσότερες ελιές από Τυνήσιους», λέει αστειευόμενη στο CNN η Sarah Ben Romdane, ιδρύτρια του brand οργανικού έξτρα παρθένου ελαιολάδου KAÏA. «Κάθε οικογένεια έχει και μια ιστορία με το ελαιόλαδο: Η δική μου ήταν η πρώτη στη χώρα που το εξήγαγε στις ΗΠΑ. Αλλά είναι επίσης το θαυματουργό φυσικό φάρμακο της γιαγιάς που θεραπεύει ασθένειες, ενυδατώνει το δέρμα και φυσικά, δίνει υπέροχη γεύση στα φαγητά».

«Δυστυχώς, η χώρα μας έχει αποσυνδεθεί από αυτή τη βαθιά προσωπική σχέση που είχαμε με τη γη μας και τους καρπούς της», προσθέτει.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι σχετικοί κανονισμοί απαιτούν μόνο ασαφείς δηλώσεις προέλευσης, όπως «μείγμα ελαιολάδων με προέλευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και χωρίς προέλευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Αλλά και στις ΗΠΑ, ο τελικός καταναλωτής δύσκολα θα κατανοήσει από την ταμπέλα στο μπουκάλι ποιο είναι το μέρος της εισαγωγής, της παραγωγής και της συγκομιδής, καθώς όλα αυτά μπορεί να είναι διαφορετικά.

Ως αποτέλεσμα, η Τυνησία γίνεται απλά ένας οικονομικός προμηθευτής, με την ποιότητα του ελαιολάδου της και τον ρόλο της στην παγκόσμια αγορά να υποτιμώνται, όπως σημειώνει η Ben Romdane.

«Το ελαιόλαδο μας είναι από τα καλύτερα στον κόσμο και αυτά τα στερεότυπα είναι το αποτέλεσμα μιας αδικίας που μας επιβάλλεται από ξένους», λέει.

Η μετα-αποικιακή κληρονομιά

Ο Τυνήσιος οικονομολόγος Fadhel Kaboub υποστηρίζει ότι η έλλειψη αναγνώρισης του ελαιολάδου της χώρας τους έχει να κάνει με την «ήπια ισχύ» και τις ποσοστώσεις που «επιβάλλονται από τη μετα-αποικιακή κληρονομιά».

Η Τυνησία βρισκόταν υπό γαλλική κυριαρχία από το 1881 έως το 1956 και παρά τις επτά δεκαετίες ανεξαρτησίας, αυτή η κληρονομιά εξακολουθεί να βαραίνει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της χώρας και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζονται τη βιομηχανία ελαιολάδου, εξηγεί ο οικονομολόγος. «Ο αληθινός ανταγωνισμός δεν έγκειται στην καλλιέργεια των ελιών, αλλά στον έλεγχο της αλυσίδας αξίας», τονίζει. «Προέρχεται από την αποικιοκρατία, η οποία έχει επιβάλει ένα αφήγημα που παραμένει μέχρι σήμερα: Πρώην αποικίες όπως η Τυνησία υποτίθεται ότι παρέχουν φτηνές πρώτες ύλες, όχι προϊόντα υψηλής ποιότητας».

Η παραγωγή ελαιολάδου είναι μια δαπανηρή υπόθεση και οι ντόπιοι αγρότες δυσκολεύονται συχνά να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση, επειδή τα εδάφη τους συνήθως κληρονομούνται από φυλές και δεν διαθέτουν σύγχρονους τίτλους γης. Χωρίς πρόσβαση σε χρηματοδότηση, οι περισσότεροι Τυνήσιοι αγρότες προ-πωλούν τη σοδειά τους ένα χρόνο νωρίτερα σε Ιταλούς ή Ισπανούς αγοραστές. Έτσι, ανεξάρτητα από το εάν η σοδειά θα αποδειχθεί καλή, η τιμή είναι προκαθορισμένη και, όπως επισημαίνει ο Kaboub, συνήθως χαμηλή για την ποιότητα και την ποσότητα που παράγεται.

H Ben Romdane είναι μέρος μιας ομάδας ανεξάρτητων παραγωγών που στοχεύουν να εξασφαλίσουν στο τυνησιακό ελαιόλαδο την αναγνωρισιμότητα. Το brand της, KAÏA, πωλείται σε 100 καταστήματα ντελικατέσεν και περίπου 50 εστιατόρια στη Γαλλία, καθώς και σε επιλεγμένα φυσικά και online μαγαζιά στο Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και την Τυνησία. Μεταξύ άλλων, έχει καταφέρει να μπει στα ράφια του Selfridges και του Harrods.

Το λάδι KAÏA είναι ακριβό, αφού η συσκευασία των 500 ml κοστίζει 34,99 δολάρια, αλλά η Ben Romdane λέει ότι αυτό της επιτρέπει να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μοντέλο. Απασχολεί περίπου 50 γυναίκες και τις πληρώνει όσα κερδίζουν και οι άνδρες -κάτι σπάνιο στην Τυνησία-, ενώ εξάγει ένα αφήγημα αριστείας και όχι φθηνό χύμα ελαιόλαδο. Η ίδια λέει ότι υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση.

«Τελικά, ο στόχος είναι να δημιουργήσουμε ένα οικοσύστημα ποιότητας και αντίστασης, όπου θα σκεφτούμε πώς να μεταδώσουμε την κληρονομιά μας υπερήφανα, στη δική μας κλίμακα», λέει.

moneyreview.gr

moneyreview.gr