Νέα πανευρωπαϊκή έρευνα υποστηρίζει ότι η άνοδος του πολιτικού λαϊκισμού τροφοδοτείται πρωτίστως από την εργασιακή δυσαρέσκεια και την οικονομική ανασφάλεια, ανεξαρτήτως εισοδήματος.
Αφροδίτη Τζιαντζή
Η οικονομική ανασφάλεια και η εργασιακή απογοήτευση είναι οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην άνοδο λαϊκιστικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη την τελευταία δεκαετία, υποστηρίζει νέα έρευνα του πανεπιστημίου του Cambridge.
Η μελέτη, την οποία υπογράφει η κοινωνική επιστήμονας δρ Lorenza Antonucci και η ερευνητική της ομάδα, βασίζεται σε δεδομένα από περισσότερους από 75.000 ψηφοφόρους, σε δέκα ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ 2015 και 2018. Πρόκειται για την περίοδο που το κύμα του πολιτικού λαϊκισμού, όπως το αντιλαμβάνονται οι ερευνητές, σάρωσε τη γηραιά ήπειρο: από το βρετανικό δημοψήφισμα για το Brexit, μέχρι την άνοδο στην εξουσία του εθνικιστικού κόμματος PiS (Nόμος και Τάξη) στην Πολωνία και την είσοδο του ακροδεξιού AfD στη γερμανική Bundestag.
Τα ευρήματα παρουσιάζονται στο νέο βιβλίο της Antonucci με τίτλο Insecurity Politics –(Η πολιτική της αναφάλειας»), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Princeton University Press.

Εργασιακή δυσαρέσκεια
Πολλοί αναλυτές αναφέρουν ως κινητήρια δύναμη του λαϊκισμού στην Ευρώπη τους παραγκωνισμένους ψηφοφόρους (left behind outsiders), που νιώθουν αδικημένοι και αγνοημένοι από τα κυρίαρχα συστημικά κόμματα. Συχνά οι ίδιες αναλύσεις ενοχοποιούν» τη μετανάστευση για την άνοδο του λαϊκισμού.
Ωστόσο, η έρευνα της Antonucci δείχνει ότι σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, οι εργαζόμενοι που ένιωθαν όλο και πιο έντονη οικονομική αβεβαιότητα και εργασιακή δυσαρέσκεια ήταν αντίστοιχα πιο επιρρεπείς να ψηφίσουν λαϊκιστικά κόμματα. Επίσης η ίδια έρευνα έδειξε ότι οι άντρες ψηφοφόροι που είναι απογοητευμένοι με την εργασιακή τους κατάσταση είναι πιο πιθανό να στραφούν στη ριζοσπαστική δεξιά.

Η εισαγωγή στο βιβλίο Insecurity Politics ΕΔΩ
Οικονομική ανασφάλεια
Τα αισθήματα οικονομικής ανασφάλειας, ανεξαρτήτως εισοδήματος, από το άγχος για τους λογαριασμούς μέχρι την αδυναμία να καλύψουν απρόβλεπτα έξοδα, αναδείχθηκαν μακράν ως ο ισχυρότερος προβλεπτικός παράγοντας τόσο για μια αντισυστημική στάση όσο και για την ψήφο σε λαϊκιστικά κόμματα, δεξιάς και αριστερής απόχρωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η ερευνήτρια, η αυξημένη οικονομική ανησυχία σχετίστηκε με άνοδο έως 17 με 20 ποσοστιαίες μονάδες στην πιθανότητα λαϊκιστικής ψήφου στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Σουηδία το 2018, σε σύγκριση με όσους ένιωθαν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια.
Στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία η αντίστοιχη επίδραση κυμάνθηκε μεταξύ 4 και 10 ποσοστιαίων μονάδων. Παράλληλα, η γενικότερη δυσαρέσκεια από την ποιότητα της εργασίας συνδέθηκε με αυξημένη λαϊκιστική ψήφο στις περισσότερες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, με την επίδραση να φτάνει τις 12 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Antonucci επισημαίνει πως τα κομματικά συστήματα στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένα και πολλές εθνικές εκλογές κρίνονται από πολύ μικρότερες μετατοπίσεις ψήφου από αυτές που κατέγραψε η έρευνά της για τα ριζοσπαστικά κόμματα στο αποκορύφωμα του λαϊκιστικού κύματος.
Χαμένη μάχη;
Η ερευνήτρια υποστηρίζει ότι η κρίση κόστους ζωής αντιμετωπίζεται συνήθως ως μεταπανδημικό σοκ, ενώ στην πραγματικότητα έχει τις ρίζες της πολύ νωρίτερα, στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάσωση των τραπεζών.
Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η στήριξη σε λαϊκιστικά κόμματα η ριζώνει σε καθημερινές ανασφάλειες που αφορούν εξίσου τα χαμηλά μεσαία στρώματα (μικροαστική τάξη) όσο και τους λεγόμενους παραγκωνισμένους. Ακόμη και εργαζόμενοι με σταθερή απασχόληση περιγράφουν την αίσθηση ότι δίνουν μια χαμένη μάχη απέναντι στην εντατικοποίηση της δουλειάς, την πίεση, τη μείωση των αποδοχών και την απώλεια ελέγχου πάνω στον τρόπο εργασίας τους. Η Antonucci ονομάζει αυτό το φαινόμενο «κρυφό πρόσωπο» της εργασιακής ανασφάλειας.
Εργασιακή ανασφάλεια Vs Oικονομικές πιέσεις
Ξεχωριστό σκέλος της έρευνας, βασισμένο σε στατιστική αντιστοίχιση σχεδόν 21.000 ζευγών εργαζομένων σε 23 ευρωπαϊκές χώρες, εξέτασε πώς οι συνθήκες εργασίας συνδέονται με την πρόθεση ψήφου και ανέδειξε σαφή έμφυλη διαφοροποίηση.
Για τους άνδρες, η εργασία υπό υψηλή πίεση, με γρήγορους ρυθμούς και αυστηρές προθεσμίες, αύξησε την πιθανότητα ψήφου σε ριζοσπαστικά δεξιά κόμματα από 14% σε 18%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η επίδραση της γενικότερης εργασιακής δυσαρέσκειας, δηλαδή του αισθήματος ότι κάποιος αμείβεται λιγότερο απ’ όσο αξίζει, στερείται προοπτικών σταδιοδρομίας και δεν αναγνωρίζεται επαρκώς, η οποία ανέβασε την πιθανότητα από 12% σε σχεδόν 20%. Ο φόβος απόλυσης, αντίθετα, αποδείχθηκε πολύ ασθενέστερος προβλεπτικός παράγοντας για τους άνδρες σε σύγκριση με αυτή την ευρύτερη δυσαρέσκεια.
Για τις γυναίκες, το καθοριστικό στοιχείο δεν ήταν οι συνθήκες εργασίας αλλά η οικονομική πίεση. Η πιθανότητα ψήφου σε λαϊκιστικά κόμματα, δεξιάς ή αριστεράς, ανέβηκε από 18% σε 25% ανάμεσα σε γυναίκες που δήλωναν δυσκολία να ζήσουν με το εισόδημά τους.
Η Antonucci συνδέει αυτό το εύρημα με μια ευρύτερη αίσθηση απώλειας κοινωνικού κύρους που βιώνουν πολλοί άνδρες μέσα από τη μεταχείρισή τους στον χώρο εργασίας, τονίζοντας πως η εργασιακή ανασφάλεια αφορά πρωτίστως την ποιότητα της δουλειάς και όχι μόνο την ανεργία.

Πολιτικό κενό
Στο βιβλίο της, η συγγραφέας αναλύει προγράμματα πολιτικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα και δείχνει πώς τα κυρίαρχα κόμματα απομακρύνθηκαν σταδιακά από το παραδοσιακό έδαφος της κοινωνικής ασφάλειας και του δικτύου προστασίας, στρέφοντας το βάρος σε πολιτικές ανταγωνιστικότητας, απορρύθμισης και ευέλικτης απασχόλησης. Αυτή η στροφή, υποστηρίζει, ενίσχυσε τον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά υποβάθμισε την κοινωνική ασφάλεια.
Μέσα σε αυτό το κενό, τα λαϊκιστικά κόμματα προσέφεραν απλές απαντήσεις γύρω από την ασφάλεια, είτε μέσω αναδιανομής και κρατικής παρέμβασης από την πλευρά της αριστεράς, είτε μέσω εθνικιστικής «αλληλεγγύης» και προτεραιότητας στους «δικούς μας» από την πλευρά της δεξιάς. Η εχθρότητα προς τους μετανάστες, σημειώνει η ερευνήτρια, βρίσκει απήχηση επειδή η οικονομική ανησυχία και το άγχος για το κοινωνικό κύρος είναι ευρέως διαδεδομένα, με το αντιμεταναστευτικό αίσθημα να λειτουργεί ως εύκολο κανάλι εκτόνωσης αυτής της απογοήτευσης.
Ανασφάλεια και λαϊκισμός
Το συμπέρασμα της έρευνας συνδέεται με τη βασική θέση του βιβλίου, ότι η κοινωνικοοικονομική ανασφάλεια στην εργασία και στα οικονομικά έχει αυξηθεί σταθερά στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες και έχει δημιουργήσει το έδαφος για τη λαϊκιστική άνοδο και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Η Antonucci προτείνει μια ενοποιημένη ανάγνωση που συνδυάζει πολιτισμικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, αντί να αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ή την οικονομία ως ξεχωριστές και ανταγωνιστικές εξηγήσεις.
Τι είναι αυτό που το λένε «λαϊκισμό»;
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες ορίζουν τον λαϊκισμό ως «μία ιδεολογία που διαχωρίζει την κοινωνία σε ανταγωνιστικές ομάδες και ζητάει από την πολιτική να ‘ακολουθήσει τη λαϊκή βούληση’». Επίσης οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την ιστοσελίδα popu-list, μία διαδραστική βάση δεδομένων που καταγράφει ποια κόμματα είναι λαϊκιστικά, ακροαριστερά, ακροδεξιά ή ευρωσκεπτικιστικά στις χώρες της Ευρώπης.
Για τους συντάκτες του popu-list, το εύρος του πολιτικού λαϊκισμού είναι τόσο μεγάλο, που στην Ελλάδα για παράδειγμα περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα και συνιστώσες της τελευταίας 20ετίας, πλην ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΚΚΕ και Οικολόγων Πράσινων. Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η συγκεκριμένη αντίληψη περί λαϊκισμού έχει εκλεκτικές συγγένειες με την αντιδραστική θεωρία των δύο άκρων. Αριστερά και δεξιά τσουβαλιάζονται στην ίδια χοάνη, με βολικές ταμπέλες όπως «ευρωσκεπτικισμός» ή «αντισυστημική ψήφος». Το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αναδιανομή του πλούτου παρουσιάζεται ως η άλλη όψη εθνικιστικών και οπισθοδρομικών ρευμάτων. Ως αποτέλεσμα, αντιλήψεις εντελώς αντίθετες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους, παρουσιάζονται ως αλληλοσυμπληρούμενες.