Μελέτες υποστήριζαν ότι η μέτρια κατανάλωση βοηθάει στη διατήρηση της γνωστικής λειτουργίας. Ποια είναι η αλήθεια

Το 2003, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Journal of the American Medical Association αναφερόταν ότι η κατανάλωση δύο ή περισσότερων αλκοολούχων ποτών την ημέρα συσχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο άνοιας κατά 22%. Οσοι, όμως, έπιναν λιγότερο είχαν έως και 54% χαμηλότερο κίνδυνο σε σύγκριση με όσους δεν έπιναν καθόλου.

«Θυμάμαι να διαβάζω εκείνη τη μελέτη στο JAMA πριν από είκοσι και πλέον χρόνια και να σκέφτομαι ότι θα έπρεπε πραγματικά να προσπαθήσω να πίνω ένα ποτήρι κρασί κάθε μέρα», λέει ο δρ Τζόελ Γκέλερντερ, καθηγητής Ψυχιατρικής, Γενετικής και Νευροεπιστήμης στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Γέιλ.

Εκείνη η μελέτη δεν ήταν η μόνη που υποδήλωνε ότι η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ ωφελούσε τον εγκέφαλο: οι παρατηρητικές έρευνες δείχνουν σταθερά ότι όσοι πίνουν μικρές έως μέτριες ποσότητες αλκοόλ έχουν χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας σε σύγκριση με όσους δεν πίνουν καθόλου.

«Αυτή η καμπύλη σε σχήμα “J” προέκυπτε ξανά και ξανά σε πολλές μελέτες», τονίζει η δρ Κρίστιν Γιάφε, καθηγήτρια Ψυχιατρικής, Νευρολογίας και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο. Ωστόσο, προσθέτει: «Νομίζω ότι πιο πρόσφατα έχει καταρριφθεί αυτή η καμπύλη “J”».

Πράγματι, οι ερευνητές έχουν πλέον καταλήξει ότι τα οφέλη για την υγεία που αποδίδονται σε ένα ποτήρι κρασί την ημέρα είναι σε μεγάλο βαθμό μια πλάνη. Οσοι πίνουν με μέτρο τείνουν να έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα στη ζωή από όσους απέχουν από το αλκοόλ (όπως υψηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση, περισσότερα χρόνια εκπαίδευσης και γενικά καλύτερη υγεία) και οι ειδικοί θεωρούν ότι αυτό είναι που εξηγεί τον χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας, όχι το ίδιο το αλκοόλ.

Παράλληλα, πληθαίνουν διαρκώς τα στοιχεία που δείχνουν ότι η μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ (που συχνά ορίζεται ως περισσότερα από δύο ποτά την ημέρα) μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο και να αυξήσει τον κίνδυνο άνοιας. Οι ειδικοί, πάντως, εξακολουθούν να διερευνούν πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό και από ποια ποσότητα αρχίζουν να εμφανίζονται οι βλάβες.

Η υπερβολή

Οι ειδικοί έχουν κάποιες θεωρίες για το πώς η χρόνια υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ βλάπτει τον εγκέφαλο. Οι έρευνες, πολλές από τις οποίες έχουν διεξαχθεί σε ζώα και ανθρώπινα κύτταρα σε εργαστήριο, δείχνουν ότι το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει οξειδωτικό στρες στον εγκέφαλο και να διαταράξει το ανοσοποιητικό σύστημα του εγκεφάλου, πυροδοτώντας επιβλαβή φλεγμονή. Τόσο το οξειδωτικό στρες όσο και η φλεγμονή συσχετίζονται με την άνοια.

Το αλκοόλ επηρεάζει τον εγκέφαλο και έμμεσα. Όσοι πίνουν πολύ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης και εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ οι βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία αποτελούν βασικό παράγοντα που συμβάλλει στην εμφάνιση αγγειακής άνοιας. Τα άτομα που πίνουν πολύ τείνουν επίσης να έχουν και άλλες ανθυγιεινές συνήθειες που μπορούν να βλάψουν τον εγκέφαλο, όπως το κάπνισμα ή η κακή διατροφή.

Οι ερευνητές έχουν πλέον καταλήξει ότι τα οφέλη για την υγεία που αποδίδονται σε ένα ποτήρι κρασί την ημέρα είναι σε μεγάλο βαθμό μια πλάνη.

Στις πιο ακραίες περιπτώσεις, κάποια άτομα με διαταραχή χρήσης αλκοόλ εμφανίζουν το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff, μια μορφή άνοιας που προκαλείται από σοβαρή ανεπάρκεια θειαμίνης (βιταμίνης Β1) εξαιτίας της χρόνιας υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ.

«Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί μηχανισμοί» μέσω των οποίων το αλκοόλ μπορεί να βλάψει τον εγκέφαλο, λέει η Λουίζ Μιούτον, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, η οποία μελετά την κατανάλωση αλκοόλ. Και προσθέτει: «Μπορεί όλοι αυτοί να δρουν ταυτόχρονα. Η επιστημονική βιβλιογραφία σίγουρα δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα».

Η καμπύλη «J»

Όταν η κατανάλωση αλκοόλ είναι χαμηλότερη, είναι λιγότερο σαφές πότε και πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος. Και επειδή στις περισσότερες μελέτες σχετικά με τις συνήθειες κατανάλωσης αλκοόλ προκύπτει αυτή η παραπλανητική καμπύλη σε σχήμα «J», οι επιστήμονες χρειάστηκε να επινοήσουν άλλους τρόπους για να διερευνήσουν το ζήτημα.

Κάποιες μελέτες που εξέτασαν τον όγκο του εγκεφάλου έχουν δείξει ότι μπορεί να προκληθεί βλάβη ακόμη και με ελαφριά έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ. Μια μεγάλη μελέτη του 2022 από το Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι η κατανάλωση κατά μέσο όρο οκτώ ποτών την εβδομάδα συσχετιζόταν με ελαφρώς μικρότερο όγκο εγκεφάλου σε σύγκριση με την κατανάλωση κατά μέσον όρο τεσσάρων ποτών την εβδομάδα. Και όσο μεγαλύτερη η κατανάλωση αλκοόλ, τόσο μικρότερος και ο εγκέφαλος.

Ο δρ Τσαρλς ντε Κάρλι, καθηγητής Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις, λέει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι οι μέτριες ποσότητες αλκοόλ βλάπτουν άμεσα τους νευρώνες. «Αυτό που δείχνουν, ωστόσο, αυτές οι νεότερες μελέτες είναι ότι υπάρχει κάποια σχέση» ανάμεσα στις μικρές δόσεις αλκοόλ και στον εγκέφαλο. Ομως, προσθέτει: «Ο όγκος του εγκεφάλου δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκην άμεσα στις γνωστικές επιδόσεις».

Αλλες έρευνες υποδηλώνουν ότι η μικρή έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να συσχετίζεται με κάποια έκπτωση της γνωστικής λειτουργίας, ακόμη κι αν αυτή δεν πληροί τα κριτήρια της άνοιας. Μια άλλη μελέτη από το Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι ακόμη και όσοι κατανάλωναν μόλις τέσσερα ποτά την εβδομάδα παρουσίασαν μεγαλύτερη επιδείνωση των γλωσσικών ικανοτήτων τους σε διάστημα 30 ετών, σε σύγκριση με όσους απείχαν από το αλκοόλ. Και πάλι, όσο περισσότερο έπιναν, τόσο περισσότερο επιδεινώνονταν οι γνωστικές τους ικανότητες.

Γενετική προδιάθεση

Νεότερες έρευνες που εξετάζουν τη γενετική προδιάθεση για κατανάλωση αλκοόλ έχουν επίσης δώσει αποθαρρυντικά αποτελέσματα. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο έδειξε ότι, όταν οι ερευνητές αξιολόγησαν τον κίνδυνο άνοιας με βάση όσα δήλωναν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες για τις συνήθειές τους ως προς το αλκοόλ, προέκυψε η συνήθης καμπύλη σε σχήμα «J». Οταν, όμως, επανέλαβαν την ανάλυση χρησιμοποιώντας γονίδια που προβλέπουν τη συμπεριφορά ως προς την κατανάλωση αλκοόλ (αν, δηλαδή, κάποιος έχει γενετική προδιάθεση να πίνει πολύ, λίγο ή καθόλου), ο κίνδυνος άνοιας αυξήθηκε ακόμη και όταν η προβλεπόμενη κατανάλωση αλκοόλ ήταν χαμηλή.

Ο Γκέλερντερ, ο οποίος συμμετείχε στη μελέτη για τη γενετική προδιάθεση, λέει ότι πλέον θεωρεί πως υπάρχει γραμμική σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση αλκοόλ και στον κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης. Ωστόσο, η έρευνα δεν τον ώθησε να απέχει εντελώς από το αλκοόλ. «Σίγουρα δεν προσπαθώ πια να πίνω ένα ποτήρι κρασί κάθε μέρα, αλλά δεν έχω σταματήσει να πίνω», λέει. Αν και, όπως προσθέτει, «ήταν πολύ πιο ωραία όταν λέγαμε: “Το κάνω για την υγεία μου”».

kathimerini.gr