Γράφει η Αγγελική Τουμπέκη

Η πρόσφατη ανακοίνωση της κυβέρνησης για νέα ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών έως και σε 72 δόσεις επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο ένα διαχρονικό ζήτημα της ελληνικής οικονομίας: τη σχέση μεταξύ φορολογικής συμμόρφωσης, ιδιωτικού χρέους και κοινωνικής αντοχής.

Η ρύθμιση αφορά οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023 και εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική δημοσιονομικής σταθερότητας, σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά ταυτόχρονα διατηρεί έντονες κοινωνικές και εισοδηματικές πιέσεις.

Η δομική διάσταση του ιδιωτικού χρέους

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων δεν αποτελεί απλώς ένα διοικητικό μέτρο διευκόλυνσης οφειλετών. Αντανακλά βαθύτερες δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και τη συνεχιζόμενη προσπάθεια εξισορρόπησης ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.

Το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα φορολογικής ασυνέπειας ή παραβατικής συμπεριφοράς. Μετά από μία δεκαπενταετία διαδοχικών κρίσεων —δημοσιονομική κρίση, υγειονομική ύφεση, ενεργειακή αναταραχή και παρατεταμένες πληθωριστικές πιέσεις— μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους έχει αποκτήσει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά.

Η αύξηση του κόστους διαβίωσης, η μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης και η περιορισμένη πρόσβαση μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε τραπεζική χρηματοδότηση έχουν επιβαρύνει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές λειτουργούν συχνά ως μηχανισμός αναγκαστικής “εσωτερικής χρηματοδότησης” των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Η συγκεκριμένη πραγματικότητα δημιουργεί ένα κρίσιμο δημοσιονομικό παράδοξο: όσο αυξάνεται η φορολογική επιβάρυνση σε συνθήκες μειωμένης ρευστότητας, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η οικονομική λογική των πολυετών ρυθμίσεων

Από τεχνοκρατική σκοπιά, οι ρυθμίσεις πολλών δόσεων αποτελούν εργαλείο βελτιστοποίησης της φορολογικής εισπραξιμότητας. Το κράτος επιδιώκει να μετατρέψει μη εξυπηρετούμενες οφειλές σε σταδιακά ανακτήσιμες απαιτήσεις, μειώνοντας παράλληλα το δημοσιονομικό κόστος αδυναμίας είσπραξης.

Η επιλογή των 72 δόσεων εντάσσεται στη λογική της επιμήκυνσης του χρονικού ορίζοντα αποπληρωμής, ώστε η μηνιαία επιβάρυνση να καταστεί συμβατή με τις πραγματικές ταμειακές δυνατότητες των οφειλετών. Πρόκειται ουσιαστικά για μία μορφή “δημοσιονομικής αναδιάρθρωσης μικρής κλίμακας”, η οποία επιχειρεί να περιορίσει τον κίνδυνο μαζικής αφερεγγυότητας.

Ωστόσο, η συνεχής επανάληψη αντίστοιχων ρυθμίσεων δημιουργεί και παρενέργειες οικονομικής συμπεριφοράς. Στη θεωρία των δημόσιων οικονομικών, το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως moral hazard — η προσδοκία δηλαδή μελλοντικών ευνοϊκότερων ρυθμίσεων που ενδέχεται να αποδυναμώσει τα κίνητρα έγκαιρης συμμόρφωσης.

Η ελληνική οικονομία έχει ήδη παρουσιάσει αντίστοιχα φαινόμενα κατά την προηγούμενη δεκαετία, όπου οι επαναλαμβανόμενες ρυθμίσεις λειτούργησαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως έμμεσος μηχανισμός αναβολής φορολογικών υποχρεώσεων.

Επιπτώσεις στη ρευστότητα και στην πραγματική οικονομία

Βραχυπρόθεσμα, η νέα ρύθμιση αναμένεται να ενισχύσει τη λειτουργική ρευστότητα μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων, περιορίζοντας την πίεση από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών και διοικητικές κυρώσεις.

Η διατήρηση επιχειρήσεων σε λειτουργική κατάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια οικονομία όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν βασικό πυλώνα απασχόλησης και παραγωγικής δραστηριότητας. Υπό αυτή την έννοια, η ρύθμιση λειτουργεί όχι μόνο ως φορολογικό εργαλείο αλλά και ως μηχανισμός έμμεσης στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

Παρά ταύτα, η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα του μέτρου θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη κρίσιμων μακροοικονομικών μεταβλητών:

  • τον ρυθμό αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων,
  • τη διατήρηση του πληθωρισμού σε ελεγχόμενα επίπεδα,
  • τη δυνατότητα πρόσβασης επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση,
  • και τη συνολική ανθεκτικότητα της εγχώριας κατανάλωσης.

Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος οι νέες ρυθμίσεις να μετατραπούν σε έναν ακόμη κύκλο συσσωρευμένων υποχρεώσεων με περιορισμένη πραγματική αποπληρωσιμότητα.

Το ζήτημα της φορολογικής εμπιστοσύνης

Πέραν των αριθμητικών δεδομένων, η συζήτηση για τις 72 δόσεις αγγίζει και ένα βαθύτερο ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας: τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και φορολογουμένων.

Η σταθερότητα ενός φορολογικού συστήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους συντελεστές ή τους μηχανισμούς είσπραξης, αλλά και από την αίσθηση προβλεψιμότητας που παρέχει στους πολίτες. Όταν οι φορολογικές υποχρεώσεις υπερβαίνουν διαρκώς τη φοροδοτική δυνατότητα της οικονομίας, οι έκτακτες ρυθμίσεις τείνουν να μετατρέπονται από προσωρινό εργαλείο διαχείρισης σε μόνιμο χαρακτηριστικό της δημοσιονομικής πολιτικής.

Συμπέρασμα

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί μια στοχευμένη παρέμβαση βραχυπρόθεσμης δημοσιονομικής αποσυμπίεσης, η οποία επιχειρεί να εξισορροπήσει την ανάγκη διατήρησης των δημόσιων εσόδων με τις πραγματικές αντοχές της κοινωνίας και της αγοράς.

Η ουσιαστική επιτυχία της, ωστόσο, δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των ενταγμένων οφειλετών ή την προσωρινή αύξηση της εισπραξιμότητας. Θα κριθεί κυρίως από το κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα μπορέσει να περάσει από ένα μοντέλο διαρκούς ρύθμισης χρεών σε ένα περιβάλλον σταθερής φορολογικής βιωσιμότητας, πραγματικής ανάπτυξης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Διότι χωρίς ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας και της οικονομικής ανθεκτικότητας, ακόμη και οι πιο ευέλικτες ρυθμίσεις κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως προσωρινή παράταση ενός προβλήματος που παραμένει δομικό.