Στον περιφερειακό δρόμο της Μέλισσας, λίγο πριν από την είσοδο της κοινότητας, κάτω από τη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, βρίσκεται μια μικρή βρύση που για χρόνια αποτελεί σημείο αναφοράς για κατοίκους και περαστικούς. Το άρωμα της μυρτιάς, ο άγριος κισσός που αγκαλιάζει τον χώρο και το νερό που πλέον κυλά ξανά, συνθέτουν μια εικόνα γεμάτη μνήμη, προσφορά και ζωή.

Πριν από λίγους μήνες, η βρύση είχε στερέψει, αφήνοντας ένα ιστορικό σημείο ξεκούρασης και δροσιάς στην εγκατάλειψη. Η δωρεά του αείμνηστου Διονυσίου Γιαννόπουλου (Σόλου), που δημιουργήθηκε με σκοπό να μείνει ζωντανή στη μνήμη των νεότερων γενεών, κινδύνευε να χαθεί μέσα στην αδιαφορία.
Ωστόσο, οι παρεμβάσεις κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων ο Βασίλης Ν. Κωνσταντόπουλος και ο Γιώργος Κωνσταντόπουλος, καθώς και άλλων ενεργών πολιτών, είχαν αποτέλεσμα, με το νερό να τρέχει και πάλι ελεύθερα για όλους: για τον περαστικό, τον διαβάτη, τον ποδηλάτη και κάθε άνθρωπο που αναζητά μια μικρή στάση ξεκούρασης.
Δίπλα στη βρύση, το μαρμάρινο παγκάκι — δωρεά του τέως προέδρου της κοινότητας Γεωργίου Λυκοκανέλλου, κατασκευασμένο δια χειρός Χρήστου Μαλλιάρη — συμπληρώνει έναν χώρο ανθρώπινο και φροντισμένο με αγάπη για τον τόπο.

Όπως επισημαίνεται, αρκετοί κάτοικοι καταβάλλουν καθημερινά προσπάθεια για τον καθαρισμό, τη συντήρηση και τη φροντίδα του σημείου, προσφέροντας εθελοντικά και χωρίς αντάλλαγμα. Παράλληλα, τονίζεται πως η ευθύνη για τη διατήρηση και προστασία του τόπου ανήκει σε όλους, καθώς η καθημερινή παρουσία και φροντίδα για τις μικρές και μεγάλες ανάγκες της κοινότητας αποτελεί χρέος απέναντι στον τόπο και τους ανθρώπους του.
Την ίδια στιγμή, όμως, η εικόνα του χώρου συχνά αμαυρώνεται από σκουπίδια και σημάδια εγκατάλειψης, προκαλώντας προβληματισμό και απογοήτευση. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η υποβάθμιση ενός τόπου δεν προέρχεται μόνο από μεγάλες αποφάσεις, αλλά και από τη μικρή καθημερινή αδιαφορία των πολιτών.

Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: απαιτείται περισσότερος σεβασμός, παιδεία και ευθύνη απέναντι στους δημόσιους χώρους και στους ανθρώπους που αγωνίζονται καθημερινά για να κρατούν τον τόπο ζωντανό και ανθρώπινο.
«Ο τόπος που γεννηθήκαμε, μεγαλώνουμε και ζούμε αξίζει περισσότερα», καταλήγει η σχετική αναφορά.