Από τα γιγαντιαία αγροκτήματα της Αυστραλίας μέχρι τις οικογενειακές φάρμες της Ευρώπης, η διαδοχή γίνεται το μεγάλο στοίχημα της αγροτικής επιβίωσης
Σε μια εποχή όπου η γεωργία και η κτηνοτροφία καλούνται να ταΐσουν έναν διαρκώς αυξανόμενο παγκόσμιο πληθυσμό, μια σιωπηλή κρίση απειλεί τα θεμέλια του αγροτικού μοντέλου: η επόμενη γενιά δεν θέλει – ή δεν μπορεί – να αναλάβει.
Από τις αχανείς φάρμες της Αυστραλίας έως τις μικρότερες οικογενειακές εκμεταλλεύσεις της Ευρώπης, το ερώτημα είναι κοινό: παράδοση σκυτάλης ή ρευστοποίηση;
Όταν το αγρόκτημα είναι… όσο μια μεγαλούπολη
Στην ανατολική Αυστραλία, τεράστιες εκτάσεις γης φιλοξενούν αγροκτήματα μεγέθους πόλης, όπως περιγράφει σε ρεπορτάζ του το Bloomberg. Δεν είναι σπάνιο οι ιδιοκτήτες να χρησιμοποιούν ελικόπτερα για να ελέγχουν κοπάδια δεκάδων χιλιάδων ζώων.
Το αυστραλιανό μοντέλο βασίζεται στην κλίμακα: οι φάρμες έχουν μεγαλώσει δραστικά για να παραμείνουν ανταγωνιστικές σε μια χώρα με ελάχιστες αγροτικές επιδοτήσεις, σε αντίθεση με την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.
Αυτή η κλιμάκωση, όμως, έχει κόστος. Το μέσο αγροτικό χρέος στην Αυστραλία έχει σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ενώ η αξία της γης έχει εκτοξευθεί. Για πολλές οικογένειες, η πώληση του αγροκτήματος μοιάζει πλέον πιο ασφαλής επιλογή από τη μεταβίβαση σε παιδιά που είτε ζουν στις πόλεις είτε ακολουθούν διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές.
Διαδοχή: το πιο δύσκολο «έργο» μιας ζωής
Έρευνες στην Αυστραλία δείχνουν ότι λιγότεροι από δύο στους δέκα αγρότες έχουν ολοκληρωμένο σχέδιο διαδοχής. Ακόμη κι όταν υπάρχει, συχνά συνοδεύεται από χρόνια εντάσεων, οικογενειακών συγκρούσεων και οικονομικής αβεβαιότητας. Το αποτέλεσμα είναι ένα υπαρξιακό δίλημμα: να κρατήσουμε τη γη ή να εξαργυρώσουμε την αξία της;
Η είσοδος θεσμικών επενδυτών και μεγάλων εταιρειών στον αγροτικό τομέα, κάτι που παλαιότερα θεωρούνταν «ταμπού», κερδίζει έδαφος. Οι αγρότες διατηρούν ρόλο διαχείρισης, εξασφαλίζουν σταθερό εισόδημα, αλλά χάνουν τον πλήρη οικογενειακό έλεγχο. Για πολλούς, είναι ένας συμβιβασμός ανάμεσα στη βιωσιμότητα και την παράδοση.
Η ευρωπαϊκή εκδοχή του ίδιου προβλήματος
Στην Ευρώπη, το πρόβλημα παίρνει διαφορετική μορφή αλλά έχει την ίδια ρίζα. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκή Ένωσης, πάνω από το 55% των αγροτών είναι άνω των 55 ετών, ενώ λιγότερο από το 12% είναι κάτω των 40.
Παρά τις επιδοτήσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, οι νέοι αποθαρρύνονται από το χαμηλό εισόδημα, τη γραφειοκρατία και την αβεβαιότητα που φέρνουν η κλιματική αλλαγή και οι διακυμάνσεις των αγορών.
Σε χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, το πρόβλημα επιτείνεται από τον μικρό κλήρο και τον κατακερματισμό της γης. Στον Βορρά, αντίθετα, οι εκμεταλλεύσεις μεγαλώνουν, αλλά η διαδοχή παραμένει δύσκολη, καθώς οι νέοι προτιμούν καριέρες εκτός αγροτικού τομέα.
Αν χαθούν οι οικογενειακές φάρμες, τι μένει;
Η αγροτική παραγωγή δεν είναι απλώς οικονομική δραστηριότητα. Είναι γνώση που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, δεσμός με τη γη, πολιτισμός. Η μαζική μετάβαση σε καθαρά εταιρικά μοντέλα ενδέχεται να αυξήσει την αποδοτικότητα, αλλά πολλοί φοβούνται ότι θα χαθεί η «ψυχή» της αγροτικής ζωής.
Ταυτόχρονα, χωρίς ουσιαστικά κίνητρα για τους νέους – πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εκπαίδευση, τεχνολογία και σταθερό εισόδημα – η κρίση διαδοχής θα βαθύνει. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποιος θα πάρει τη σκυτάλη, αλλά ποιος θα μείνει να καλλιεργεί τη γη.
Κληρονομιά ή έξοδος;
Από την αυστραλιανή ενδοχώρα έως τα ευρωπαϊκά χωράφια, η πρόκληση είναι κοινή και επείγουσα. Η επόμενη γενιά δεν απορρίπτει τη γεωργία από αδιαφορία, αλλά από ρεαλισμό. Αν το αγροτικό επάγγελμα δεν προσφέρει προοπτική, η «έξοδος» θα συνεχίσει να μοιάζει πιο λογική από την κληρονομιά.
Και τότε, η μεγαλύτερη απειλή για τον παγκόσμιο αγροτικό κλάδο δεν θα είναι ούτε η ξηρασία ούτε οι τιμές. Θα είναι το κενό που αφήνει πίσω της μια γενιά που δεν ήρθε ποτέ.