Με την ακρίβεια να επιμένει και τις πληθωριστικές πιέσεις να εντείνονται, τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν δύσκολο χειμώνα. Η ενέργεια, η στέγαση και οι υπηρεσίες διατηρούν το κόστος ζωής σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι αυξήσεις στους μισθούς αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να αντισταθμίσουν τις ανατιμήσεις.
Η ακρίβεια αναδεικνύεται σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για την οικονομία τους επόμενους μήνες, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εμφανίζουν εκ νέου ανοδικές τάσεις.
Η ενεργειακή επιβάρυνση, οι ανατιμήσεις σε βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών και το αυξημένο κόστος στέγασης συνθέτουν, έτσι, ένα περιβάλλον ασφυκτικής πίεσης για τα νοικοκυριά, τα οποία βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο μήνας.
Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν την επιδείνωση της εικόνας. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 4% τον Οκτώβριο, από 3,8% τον Σεπτέμβριο. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η άνοδος ήταν εντονότερη, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή να διαμορφώνεται στο 5,6%, έναντι 5,1% τον προηγούμενο μήνα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο ο πληθωρισμός βρισκόταν στο 3,7%, προτού ακολουθήσει η απότομη επιτάχυνση του Σεπτεμβρίου.
Σε μηνιαία βάση, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,4% τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη, καταγράφοντας χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Η επιβράδυνση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική εικόνα, καθώς οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να συσσωρεύονται, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ενέργεια και στέγαση κρατούν ψηλά το κόστος ζωής
Στο μεταξύ, σύμφωνα με τη Φθινοπωρινή Έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), η ενεργειακή συνιστώσα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες τροφοδότησης του πληθωρισμού. Οι επιπτώσεις της ενεργειακής αναταραχής, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, έχουν ήδη περάσει στην καθημερινότητα των καταναλωτών, επηρεάζοντας όχι μόνο τους λογαριασμούς ενέργειας αλλά και το κόστος μιας σειράς άλλων αγαθών και υπηρεσιών.
Ενδεικτικό της έντασης των πιέσεων είναι ότι οι τιμές της ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 10,6% στο διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου, όταν στην ευρωζώνη η αντίστοιχη άνοδος περιορίστηκε στο 6,6%. Η ετήσια αύξηση έφτασε μάλιστα το 21,6% τον Απρίλιο και παρέμεινε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 15,4%, τον Αύγουστο.
Το ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά και σε άλλες βασικές δαπάνες. Τον Αύγουστο, η κατηγορία της στέγασης, η οποία περιλαμβάνει το νερό, τον ηλεκτρισμό, το φυσικό αέριο και τα λοιπά καύσιμα, κατέγραψε αύξηση 9,5%. Παράλληλα, οι υπηρεσίες εστίασης και καταλύματος ανατιμήθηκαν κατά 8,1%, ενώ συνολικά οι υπηρεσίες παρουσίασαν αύξηση τιμών 4,5%.
Ανησυχητικό είναι, επίσης, ότι οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν πλέον αποκτήσει ευρύτερη βάση και δεν περιορίζονται στις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων. Ο δομικός πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,2%, στοιχείο που υποδηλώνει ότι το αυξημένο κόστος έχει αρχίσει να ενσωματώνεται σε περισσότερες πτυχές της οικονομικής δραστηριότητας. Στην ευρωζώνη, ο αντίστοιχος δείκτης παρέμεινε στο 2,5% τον Οκτώβριο, χωρίς μεταβολή σε ετήσια βάση.
Οι προβλέψεις αναθεωρούνται προς τα πάνω
Η επιμονή των ανατιμήσεων έχει οδηγήσει, πάντως, σε διαδοχικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων για την πορεία του πληθωρισμού. ‘Ετσι, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αύξησε την πρόβλεψή του για το 2026 από 3,2% σε 3,6%, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί τον μέσο πληθωρισμό στο 3,7% και η Τράπεζα της Ελλάδος στο 3,8%. Ακόμη υψηλότερες είναι οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ και του ΔΝΤ, που προβλέπουν άνοδο των τιμών κατά 4,2%.
Η αβεβαιότητα παραμένει, πάντως, και για το 2027. Το ΔΝΤ εκτιμά, μάλιστα, ότι ο πληθωρισμός θα διατηρηθεί στο 3,6%, έναντι 2,4% που προβλέπει το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Η απόσταση μεταξύ των εκτιμήσεων αποτυπώνει τον κίνδυνο παρατεταμένων ενεργειακών πιέσεων και περαιτέρω μετακύλισης του κόστους στην παραγωγή, στις μεταφορές και στις υπηρεσίες.
Ο πληθωρισμός αυξάνει τα φορολογικά έσοδα, αλλά πιέζει τα νοικοκυριά
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια δημιουργεί μια αντιφατική εικόνα για την οικονομία. Από τη μία πλευρά, η άνοδος των τιμών ενισχύει τις ονομαστικές φορολογικές εισπράξεις και ειδικότερα τα έσοδα από τον ΦΠΑ. Από την άλλη, επιβαρύνει δυσανάλογα τα νοικοκυριά, περιορίζει την αγοραστική τους δύναμη και λειτουργεί ανασταλτικά για την κατανάλωση.
Συγκεκριμένα, στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι εισπράξεις από ΦΠΑ ανήλθαν σε 14,58 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 1,69 δισ. ευρώ ή 13,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ταυτόχρονα, υπερέβησαν τον στόχο του προϋπολογισμού κατά 879 εκατ. ευρώ, αποτελώντας τη σημαντικότερη πηγή της συνολικής υπεραπόδοσης των φορολογικών εσόδων.
Η αύξηση αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη διεύρυνση της ονομαστικής φορολογικής βάσης, καθώς οι καταναλωτές πληρώνουν υψηλότερο ΦΠΑ για προϊόντα και υπηρεσίες που έχουν ακριβύνει. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αποκλειστικά αποτέλεσμα του πληθωρισμού. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αποδίδει μέρος της ενίσχυσης των εισπράξεων στην οικονομική ανάπτυξη και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, με τη μείωση της φοροδιαφυγής στους φόρους κατανάλωσης να διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Βέβαια, στην εικόνα των εσόδων περιλαμβάνονται και έκτακτες εισπράξεις, μεταξύ των οποίων περίπου 300 εκατ. ευρώ ΦΠΑ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, με αντίστοιχη επιστροφή φόρου, καθώς και 135 εκατ. ευρώ από τη δεύτερη δόση για την παραχώρηση του Καζίνο στο Ελληνικό. Εάν αφαιρεθούν αυτά τα ποσά, η υπέρβαση των φορολογικών εσόδων έναντι του στόχου περιορίζεται στα 580 εκατ. ευρώ.
Οι μισθοί δεν προλαβαίνουν τις ανατιμήσεις – Φρενάρει η κατανάλωση
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα εντοπίζεται στην πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών. Παρά τις αυξήσεις στις ονομαστικές αποδοχές, το υψηλό κόστος ζωής απορροφά σχεδόν το σύνολο των εισοδηματικών βελτιώσεων, αφήνοντας ελάχιστο πραγματικό όφελος για τους εργαζομένους.
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι πραγματικές αμοιβές στην Ελλάδα αυξήθηκαν μόλις κατά 0,1% το 2025, έναντι 1,8% στην ευρωζώνη. Για το 2026 προβλέπεται ανάλογη οριακή αύξηση 0,1%, όταν στην ευρωζώνη η αντίστοιχη εκτίμηση διαμορφώνεται στο 0,2%.
Η εικόνα αυτή απέχει σημαντικά από εκείνη του 2024, όταν οι πραγματικές αποδοχές στην Ελλάδα είχαν αυξηθεί κατά 3,6%, έναντι 2,1% στην ευρωζώνη. Για το 2027, πάντως, η Κομισιόν προβλέπει βελτίωση, με την πραγματική αμοιβή να αυξάνεται κατά 1,8% στην Ελλάδα και κατά 0,8% στην ευρωζώνη.
Η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στην καταναλωτική συμπεριφορά. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αντιστοιχεί περίπου στα δύο τρίτα του ελληνικού ΑΕΠ, αυξήθηκε μόλις κατά 0,9% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 1,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και 1,7% στο σύνολο του προηγούμενου έτους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει, μάλιστα, ευθέως την επιβράδυνση με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, η οποία περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και ανακόπτει τις καταναλωτικές δαπάνες, παρά τα μέτρα στήριξης. Αντίθετα, ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται περισσότερο αισιόδοξος, εκτιμώντας ότι η αύξηση της απασχόλησης, οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι εισοδηματικές παρεμβάσεις θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά.
Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ωστόσο, προβλέπει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027. Για να επιτευχθεί, ωστόσο, ο φετινός στόχος, θα απαιτηθεί σημαντική επιτάχυνση της καταναλωτικής δαπάνης στο δεύτερο εξάμηνο, με τον ρυθμό αύξησης να προσεγγίζει το 2%.
Η ακρίβεια μειώνει το χρέος στα χαρτιά, όχι τις δυσκολίες των πολιτών
Μια ακόμη λιγότερο ορατή διάσταση της ακρίβειας αφορά τη συμβολή της στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο κάνει λόγο για έναν συνδυασμό δημοσιονομικής σταθερότητας και στοχευμένων μέτρων στήριξης, αποδίδοντας την καλύτερη εικόνα της οικονομίας στην ανάπτυξη, στην ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.
Τα πρωτογενή πλεονάσματα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στο 3,6% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,3% το 2027, ενώ το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία.
Ωστόσο, στην αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους συμβάλλει και ο πληθωρισμός. Η άνοδος των τιμών αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και, κατά συνέπεια, διευρύνει τον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, επιταχύνοντας τη μείωσή του. Πρόκειται, όμως, για μια βελτίωση που δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή που τα δημοσιονομικά μεγέθη εμφανίζονται ενισχυμένα, τα νοικοκυριά βλέπουν το πραγματικό τους εισόδημα να πιέζεται.
Η βασική ανησυχία πλέον είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκτήσουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Εάν οι διεθνείς τιμές της ενέργειας παραμείνουν αυξημένες, το κόστος θα συνεχίσει να μεταφέρεται στην παραγωγή, στις μεταφορές και στις υπηρεσίες, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων. Σε αυτή την περίπτωση, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα αποδειχθεί δυσκολότερη και η πίεση στην κατανάλωση εντονότερη.
Στην ίδια κατεύθυνση επιδρά και το κόστος χρήματος, καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,50%.