“Η λίμνη που θέλει να ξαναγίνει λίμνη”

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνα Κομμιώτη

Με τις έντονες βροχοπτώσεις, η περιοχή της πρώην λίμνης Μουριάς στον δήμο Πύργου θυμάται αυτό που υπήρξε κάποτε: έναν ζωντανό υγρότοπο. Τα νερά απλώνονται ξανά στο τοπίο, τα πουλιά επιστρέφουν, οι υδρόφιλοι οργανισμοί βρίσκουν χώρο να αναπνεύσουν και η φύση δείχνει με τον δικό της τρόπο πού ανήκει το νερό. Η εικόνα των τελευταίων ημερών, με την έκταση να μετατρέπεται ξανά σε κανονική λίμνη, επαναφέρει με ένταση μια παλιά συζήτηση: μήπως ο επαναπλημμυρισμός της Μουριάς δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική ιδέα, αλλά αναγκαιότητα;

Η αποξήρανση των λιμνών στη νοτιοδυτική Ηλεία, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1960 και μετά, άλλαξε ριζικά το φυσικό περιβάλλον. Η απώλεια βιοποικιλότητας, η διατάραξη του μικροκλίματος και η μετατροπή υγροτόπων σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις δημιούργησαν ένα τοπίο διαφορετικό, συχνά πιο ευάλωτο στα ακραία φαινόμενα. Η αποξήρανση της Αγουλινίτσας το 1970, της μεγαλύτερης λίμνης της Πελοποννήσου, αποτέλεσε την τελευταία μεγάλη παρέμβαση αυτού του τύπου στην Ελλάδα. Σήμερα, δεκαετίες μετά, τα δεδομένα μοιάζουν να έχουν αλλάξει.

Παραδείγματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό δείχνουν ότι η επαναδημιουργία υγροτόπων μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλά: ως φυσική «ασπίδα» απέναντι σε πλημμύρες, ως εργαλείο ενίσχυσης της βιοποικιλότητας, αλλά και ως πηγή τοπικής ανάπτυξης μέσω ήπιων μορφών τουρισμού και παραγωγικών δραστηριοτήτων. Η λογική είναι απλή: η φύση κάνει το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς, αρκεί να της δοθεί χώρος.

Στην περίπτωση της Μουριάς, η ιδέα του μερικού επαναπλημμυρισμού έχει τεθεί εδώ και χρόνια από περιβαλλοντικές ομάδες και τοπικούς φορείς, με επιχειρήματα που αφορούν τόσο την οικολογική ισορροπία όσο και την καθημερινότητα των κατοίκων. Η επαναφορά ενός υγροτόπου θα μπορούσε να συμβάλει στη διαχείριση των νερών σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, περιορίζοντας την πίεση σε γειτονικές περιοχές που σήμερα πλημμυρίζουν συχνά.

Παράλληλα, η σύγχρονη επιστημονική γνώση έχει αλλάξει την αντίληψη γύρω από ζητήματα όπως τα κουνούπια και η ελονοσία, που στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν ως βασικό επιχείρημα για τις αποξηράνσεις. Η βιολογική διαχείριση των υγροτόπων, με φυσικούς «ξενιστές» που περιορίζουν τους πληθυσμούς εντόμων, αποτελεί πλέον διεθνώς εφαρμοσμένη πρακτική.

Η σημερινή εικόνα της περιοχής, όπου η λίμνη «επιστρέφει» κάθε χειμώνα χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση, λειτουργεί σχεδόν σαν υπενθύμιση. Το νερό βρίσκει πάντα τον δρόμο του, ακόμη κι όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να το περιορίσει. Και όσο οι πλημμύρες επαναλαμβάνονται, η συζήτηση για το αν η Μουριά πρέπει να παραμείνει μια χαμένη λίμνη ή να ξαναγίνει ζωντανός υγρότοπος μοιάζει να γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.

βίντεο: Σταύρος Ρομποτής

Τι απαιτείται για να ξαναγίνει η Μουριά λίμνη

Ο επαναπλημμυρισμός της πρώην λίμνης Μουριάς προϋποθέτει συγκεκριμένα βήματα και αποφάσεις σε θεσμικό και τεχνικό επίπεδο. Πρώτα απαιτείται υδρολογική μελέτη που θα καθορίσει ποια έκταση μπορεί να καλύπτεται από νερό και σε ποια στάθμη, ώστε να μην επηρεάζονται οικισμοί και βασικές καλλιέργειες. Παράλληλα, χρειάζεται Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και εγκρίσεις από τα αρμόδια υπουργεία, καθώς και σαφής καθορισμός των ζωνών χρήσης γης.

Σε πρακτικό επίπεδο, οι παρεμβάσεις δεν θεωρούνται μεγάλης κλίμακας: ρύθμιση των αποστραγγιστικών καναλιών, δημιουργία ελεγχόμενων σημείων εισόδου και εξόδου του νερού και πιθανή επαναφορά φυσικών διαδρομών που είχαν κλείσει μετά τις αποξηράνσεις. Εξίσου κρίσιμο είναι να υπάρξει φορέας διαχείρισης που θα παρακολουθεί τη στάθμη, τη βιοποικιλότητα και την ισορροπία με την αγροτική δραστηριότητα, ώστε η λίμνη να λειτουργεί ως οργανωμένος υγρότοπος και όχι ως ανεξέλεγκτη πλημμύρα.

Περισσότερες φωτογραφίες: