Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την Εθνική απέναντι στην Ουγγαρία. Την πρόοδο στην οργάνωση και τη νοοτροπία, την έλλειψη ποιότητας στην τελική ενέργεια και την αναμονή για την απάντηση στο πώς θα αντιδρά όταν πιεστεί ψηλά.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να “δεις” μέσα από δύο φιλικά παιχνίδια μιας απογοητευμένης, από τον αποκλεισμό από το Μουντιάλ, ομάδας αν έχει ή όχι σημειώσει πρόοδο. Άλλωστε το γεγονός ότι η “προηγούμενη φορά” της ήταν πριν από 4 μήνες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τούτη τη φορά είχε έναν μικρό αριθμό προπονήσεων για να επανασυνδεθεί θολώνει ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Και αν λάβεις υπόψη ότι ο σχεδιασμός για την χρησιμοποίηση των ποδοσφαιριστών “έπεσε έξω” λόγω ιώσεων, αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς δεν μπορούσε να “τσεκάρει” σε πολλά κομμάτια το γκρουπ του και ειδικά την ομαδική λειτουργία.

Παρόλα αυτά απέναντι στην Ουγγαρία στην Puskás Aréna η Ελλάδα του έδειξε του προπονητή της δύο – τρία καλά σημάδια προόδου: κράτησε την ένταση στην συγκέντρωσή της στο συντριπτικά μεγαλύτερο διάστημα του παιχνιδιού κατά την αμυντική λειτουργία και γι’ αυτό κατάφερε να μη δώσει μεγάλης αξίας ευκαιρίες στους αντιπάλους (xGoals Ουγγαρίας: 0.90).

Και δεν έκανε πολλά λάθη υπό πίεση κατά το πρώτο στάδιο της επιθετικής ανάπτυξης – λάθη που της κόστισαν σε μεγάλο βαθμό στα προκριματικά. Κοντά σε αυτά πρέπει να βάλουμε και το γεγονός ότι δεν “έδωσε” ευκαιρίες στους Ούγγρους στις στατικές φάσεις – σε ένα κομμάτι παιχνιδιού που επίσης την είχε πληγώσει στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Κοινός τόπος όλων των παραπάνω είναι η αγωνιστική νοοτροπία των ποδοσφαιριστών. Δημιούργησαν μια εντύπωση ότι έχουν κάνει αυτοκριτική και έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν την κατάσταση με μεγαλύτερη υπευθυνότητα. Και αυτή είναι μια εντύπωση που δημιουργεί μια προσδοκία ότι απέναντι σε μεγάλους αντιπάλους, στο Nations League, εκεί όπου η πίεση θα είναι μεγαλύτερη, θα καταφέρουν να θυμίσουν την καλή εκδοχή της ομάδας – αυτά που μας είχαν δείξει στην Αγγλία τον Οκτώβριο του ’24 και στην Σκωτία τον Μάρτιο του ’25.

Μολονότι απέναντι στους Ούγγρους η επιθετική ανάπτυξη της Ελλάδας είχε μεγαλύτερη ποιότητα συγκριτικά με το προηγούμενο φιλικό απέναντι στην Παραγουάη, η ομάδα έμεινε πάλι χωρίς γκολ. Τούτη τη φορά επειδή της έλειψε η ποιότητα στην ολοκλήρωση των επιθέσεων.

Θα γίνει πιο “εθνική” και λιγότερο “σύλλογος”;

Παρότι η Ελλάδα είχε τον έλεγχο της κυκλοφορίας (53% κατοχή, 414 πάσες με 84% ακρίβεια και 77% επιτυχία στο επιθετικό τρίτο), δεν κατάφερε να τον μετατρέψει σε ουσιαστική απειλή, κάτι που αποτυπώνεται στο χαμηλό της xG (0.39) και στη δημιουργία μόλις μίας μεγάλης ευκαιρίας. Η εικόνα έδειξε μια ομάδα που έφτανε στο επιθετικό τρίτο (18 επαφές στην περιοχή, 8 κόρνερ) χωρίς να βρίσκει καθαρές τελικές συνθήκες, σε αντίθεση με τον αντίπαλο που, με λιγότερες επιθέσεις, απειλούσε πιο ουσιαστικά.

Εδώ όμως υπάρχουν ουσιαστικά ελαφρυντικά – η απουσία των Κωνσταντέλια, Καρέτσα, Ζαφείρη. Ο Γιοβάνοβιτς δεν είχε να ποντάρει σε ποδοσφαιριστή που θα μπορούσε να οδηγήσει την μπάλα στον κεντρικό άξονα και να βρει παιχνίδι ανάμεσα στις γραμμές της Ουγγαρίας. Συνεπώς όλο αυτό που είδε, στο επιθετικό κομμάτι, στην Βουδαπέστη δεν ήταν ένα καμπανάκι που επισημαίνει κίνδυνο.

Μετά από τα δύο πρώτα φιλικά παιχνίδια όμως το βασικό ερώτημα έμεινε, τουλάχιστον κατά το ήμισυ, αναπάντητο: θα γίνει πιο “εθνική” και λιγότερο “σύλλογος” στον τρόπο του παιχνιδιού της η Ελλάδα του Γιοβάνοβιτς;

Ο προπονητής προανήγγειλε ότι στα επόμενα φιλικά “θα δοκιμάσουμε και έναν άλλο τρόπο παιχνιδιού”, χωρίς διευκρινίσεις. Αυτόν τον άλλο τρόπο δεν τον είδαμε απέναντι στην Παραγουάη και την Ουγγαρία. Μένουμε, έτσι, με την απορία σχετικά με το εναλλακτικό τρόπο επίθεσης – και κυρίως σχετικά με το τι θα κάνει η Εθνική όταν ο αντίπαλος θα ανεβαίνει ψηλά στο γήπεδο για να πρεσάρει στην μπάλα και οι συνθήκες την αναγκάζουν να παίξει λιγότερο σύνθετα, πιο απλά και κυρίως ασφαλέστερα.

Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τα επόμενα φιλικά, του Ιουνίου, για να καταλάβουμε αν θα υπάρξει και ποιο θα είναι το εναλλακτικό πλάνο της Εθνικής στα ματς του Nations League, από τον Σεπτέμβριο. Μέχρι τότε θα μείνουμε με την απορία σχετικά με το πώς αξιοποιεί ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς το σκληρό μάθημα του αποκλεισμού από το Μουντιάλ.

Βασίλης Σαμπράκος sport24.gr