Οι ψαράδες, τα χέλια και το λησμονημένο τελωνείο του Αλφειού
Ο κάμπος της Αγουλινίτσας στην Ηλεία πλημμύρισε ξανά και θυμίζει αυτό που κάποτε ήταν: μια χαμένη λίμνη.
Οι εικόνες από την παράκτια ζώνη της Ηλείας στο Επιτάλιο δείχνουν εκτεταμένες υδάτινες επιφάνειες εκεί όπου τα τελευταία πενήντα χρόνια υπάρχουν καλλιεργημένα χωράφια.
Η εικόνα δεν είναι τυχαία. Το νερό “βρήκε” τον παλιό του δρόμο, αναβιώνοντας – έστω προσωρινά – το λιμναίο παρελθόν ενός τόπου που αποξηράνθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Η γεωγραφία της παλιάς λίμνης
Η λίμνη Αγουλινίτσα καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη τη χαμηλή παράκτια ζώνη ανάμεσα στον Αλφειό και τη λίμνη Καϊάφα. Βορειοδυτικά οριζόταν από τον ποταμό Αλφειό, βορειοανατολικά από τη γραμμή που σήμερα ακολουθεί η Εθνική Οδός Πύργου–Κυπαρισσίας, νοτιοδυτικά από τον Κυπαρισσιακό κόλπο και νοτιοανατολικά από τη λίμνη Καϊάφα.

Η μορφή της ήταν επιμήκης, παράλληλη προς τον αιγιαλό. Το μήκος της έφτανε περίπου τα 15 χιλιόμετρα και το πλάτος της μεταβαλλόταν σημαντικά, δημιουργώντας μια εκτεταμένη ρηχή λιμνοθάλασσα που χωριζόταν από τη θάλασσα με μια στενή ζώνη αμμοθινών.
Στο εσωτερικό της υπήρχαν μικρές υπερυψώσεις εδάφους, τα γνωστά “μπογάζια”, με καλαμιές και αρμυρίκια. Εκεί κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περιόδους κινδύνου.
Η λίμνη δεν είχε μόνιμη ελεύθερη επικοινωνία με τη θάλασσα· οι κάτοικοι άνοιγαν εποχικά την “μπούκα”, δηλαδή ένα τεχνητό άνοιγμα με απλό μηχανισμό ρύθμισης, ώστε να εισέρχεται θαλασσινό νερό και να εμπλουτίζεται το ιχθυοτροφείο. Τον χειμώνα το στόμιο συχνά έκλεινε είτε από την άμμο είτε σκόπιμα, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η στάθμη και να προκαλούνται πλημμύρες.

Το λησμονημένο τελωνείο του Αλφειού
Η κοινωνία της Αγουλινίτσας είχε αναπτύξει έναν τρόπο ζωής προσαρμοσμένο στο νερό. Το ψάρεμα εκμισθωνόταν από το κράτος, τα ιχθυοτροφεία απέδιδαν σημαντικά έσοδα και η αλιεία χελιών αποτελούσε βασική οικονομική δραστηριότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ονομασία της περιοχής συνδέεται, κατά μία εκδοχή, με το χέλι (anguilla).
Οι περιηγητές του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα καταγράφουν μια ζωντανή λιμνοθάλασσα πλούσια σε ψάρια και έναν οικισμό με εκατοντάδες κατοίκους.Ήδη από οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα του 15ου αιώνα εμφανίζεται οικισμός με παρεμφερές όνομα, του οποίου το εισόδημα αποδίδεται πιθανότατα σε δικαιώματα αλιείας.
Η ύπαρξη τελωνείου στις εκβολές του Αλφειού και λιμενικής δραστηριότητας επιβεβαιώνει ότι η περιοχή εντασσόταν σε ευρύτερο δίκτυο μεταφορών. Ο Αλφειός υπήρξε πλωτός σε τμήμα του από τις εκβολές προς το εσωτερικό, και η λίμνη λειτουργούσε ως μέρος ενός ενιαίου υδάτινου συστήματος.

Στη μελέτη του μηχανικού Σταύρου Φωτόπουλου για το λιμάνι και το τελωνείο του Αλφειού καταγράφεται ότι στις εκβολές λειτουργούσε τελωνειακή αρχή ήδη από τα νεότερα χρόνια, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διακίνηση εμπορευμάτων μέσω του ποταμού και της θάλασσας. Η ύπαρξη τελωνείου προϋπέθετε αγκυροβόλιο, στοιχειώδη λιμενική οργάνωση και σταθερή ροή φορτίων.
Οι ιστορικές αναφορές για πλοιάρια που ανέβαιναν αρκετά χιλιόμετρα από τις εκβολές, αλλά και για μεταφορά ξυλείας, αγροτικών προϊόντων και εφοδίων, ενισχύουν την εικόνα ενός λειτουργικού υδάτινου δικτύου. Το λιμάνι των εκβολών δεν ήταν μεγάλο θαλάσσιο κέντρο, αλλά αποτελούσε σημαντικό τοπικό εμπορικό σημείο.
Οι εκβολές του Αλφειού λειτουργούσαν ως ενδιάμεσος κόμβος: από τη μία πλευρά η θαλάσσια σύνδεση με τα Επτάνησα και τα ιταλικά λιμάνια, από την άλλη η ενδοχώρα της Ηλείας και η διαδρομή προς την Ολυμπία.
Η λίμνη δεν ήταν μόνο οικονομικός πόρος. Ήταν και φυσικό καταφύγιο
Το 1825, κατά την εκστρατεία του Ιμπραήμ, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα μπογάζια της λιμνοθάλασσας και χρησιμοποίησαν τα μονόξυλά τους για άμυνα. Το νερό και οι βάλτοι λειτούργησαν ως φυσικό εμπόδιο, αποτρέποντας την πλήρη καταστροφή του πληθυσμού. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Ιμπραήμ εισήλθε στη βαλτώδη ζώνη της λίμνης με περίπου 80 ιππείς.
Η μορφολογία του εδάφους δυσχέρανε την κίνηση των αλόγων, οι ιππείς αναγκάστηκαν να αποβιβαστούν και οι δυνάμεις τους βρέθηκαν εκτεθειμένες. Οι Έλληνες που είχαν καταφύγει στα νησάκια, αντέδρασαν με πυροβολισμούς και χρησιμοποίησαν τα μονόξυλα, για να κινηθούν μέσα στα νερά. Οι απώλειες ήταν σημαντικές και για τις δύο πλευρές.

Πλημμύρες, ελονοσία και η αποξήρανση
Η ίδια, όμως, γεωγραφία που προσέφερε πόρους προκαλούσε και προβλήματα. Οι πλημμύρες του Αλφειού ήταν συχνές.Σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, ο ποταμός ξεχείλιζε και τα νερά ενώνονταν με τη λίμνη. Μεγάλα τμήματα του κάμπου παρέμεναν υγρά και δύσκολα καλλιεργήσιμα.
Τα έλη συνδέονταν με την ελονοσία, η οποία παρέμενε σοβαρό πρόβλημα μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Η αύξηση της γεωργικής παραγωγής και η ανάγκη για ασφαλή καλλιεργήσιμη γη οδήγησαν σταδιακά σε αλλαγή στάσης απέναντι στη λίμνη.
Μετά το 1922 και την εγκατάσταση των προσφύγων, το κράτος προχώρησε σε εκτεταμένα έργα αποξήρανσης υγροτόπων σε όλη τη χώρα. Στη Δυτική Πελοπόννησο, η αποξήρανση της Μουριάς και της Αγουλινίτσας πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1967–1970.

Η τοπική κοινωνία, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν καταγραφεί, τάχθηκε σε μεγάλο βαθμό υπέρ του έργου. Οι λόγοι ήταν πρακτικοί: προστασία από πλημμύρες, αύξηση καλλιεργήσιμης γης, βελτίωση συνθηκών υγείας.
Με την ολοκλήρωση των έργων, περίπου 35.000–40.000 στρέμματα αποδόθηκαν για γεωργική χρήση. Η λίμνη έπαψε να υπάρχει ως μόνιμη υδάτινη επιφάνεια.
Η γεωγραφία δεν διαγράφεται
Σήμερα, όταν ο κάμπος πλημμυρίζει ξανά, δεν πρόκειται για “αναβίωση” με την ιστορική έννοια. Πρόκειται για επανενεργοποίηση μιας χαμηλής παράκτιας λεκάνης που επί αιώνες συγκέντρωνε νερό.
Η αποξήρανση άλλαξε τη χρήση της γης. Δεν άλλαξε, όμως, τη φυσική διαμόρφωση του τόπου. Η Αγουλινίτσα υπήρξε λίμνη για αιώνες. Κι όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, το νερό επιστρέφει εκεί όπου πάντα κατέληγε.
Η σημερινή εικόνα του πλημμυρισμένου κάμπου δεν είναι ένα νέο τοπίο. Είναι μια υπενθύμιση της ιστορικής γεωγραφίας της Ηλείας.