Της Εύης Βεργοπούλου, γ.γ. του Οικονομικού Επιμελητηρίου Δυτικής Ελλάδας

Σύμφωνα με την πρόσφατη τριμηνιαία έκθεση του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η εκτιμώμενη πιθανότητα χρηματοδοτικών εμποδίων για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, έφτασε στο 57% κατά την περίοδο 2022-2025, έναντι 28,7% στις λοιπές χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Αντίστοιχα, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η εκτιμώμενη πιθανότητα διαμορφώνεται 42,6% στην Ελλάδα, έναντι 19,9% στην περιφέρεια. Αντίθετα, οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν σταθερά χαμηλότερη εκτιμώμενη πιθανότητα.

Τα στοιχεία της έρευνας SAFE για την Πρόσβαση των Επιχειρήσεων στη Χρηματοδότηση δείχνουν ότι το ποσοστό αιτήσεων δανείων που απορρίπτονται στην Ελλάδα, είναι συστηματικά υψηλότερο από ό,τι στις λοιπές χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης. Η δυσμενέστερη θέση των ελληνικών επιχειρήσεων αποτυπώνεται και στον σύνθετο δείκτη χρηματοδοτικών εμποδίων της έρευνας SAFΕ, ο οποίος περιλαμβάνει όχι μόνο τις περιπτώσεις απόρριψης αιτήσεων δανείου, αλλά και τις περιπτώσεις μερικής μόνο έγκρισης του αιτούμενου ποσού, απόρριψης της τραπεζικής προσφοράς λόγω υψηλού κόστους δανεισμού, καθώς και μη υποβολής αίτησης εξαιτίας φόβου απόρριψης.

Κι αν μια μικρομεσαία επιχείρηση λάβει την πολυπόθητη έγκριση δανεισμού, θα κληθεί να αποπληρώσει με ένα μέσο επιτόκιο διαχρονικά υψηλότερο από εκείνο των υπολοίπων χωρών της περιφέρειας της Ευρωζώνης.

Εδώ προκύπτουν δύο σοβαρά ζητήματα: αφενός διαμορφώνεται ένα χρηματοδοτικό κοινό που συνδέεται και με χαμηλότερη επενδυτική δραστηριότητα. και αφετέρου δημιουργείται μια γενιά «αποθαρρημένων δανειοληπτών» (discouraged borrowers). Υπό αυτή την έννοια, η άμβλυνση των χρηματοδοτικών περιορισμών αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας της οικονομίας.

Αυτό το μείγμα πολιτικής αντλεί το παράδειγμά του από το περίφημο trickle down economics που εφαρμόστηκε από τον Ρίγκαν και τη Θάτσερ τη δεκαετία του ’80: μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών βαρών, ενίσχυση της κερδοφορίας, μεγάλα επενδυτικά σχέδια, φθηνότερο χρήμα μέσω τραπεζών και ευρωπαϊκών πόρων. Δηλαδή ενισχύουμε τους πολύ μεγάλους με χρήμα και φοροαπαλλαγές, ώστε δήθεν να διαχυθεί κάποια στιγμή συσσωρευμένος πλούτος προς τα κάτω.

Μόνο που τα στοιχεία δείχνουν πως αυτό το «κάποτε» καθυστερεί επικίνδυνα και ότι δεν υπάρχει διάχυση του πλούτου παρά μόνον σταγόνες, πόσο μάλλον όταν στην Ελλάδα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουντο 99% των επιχειρήσεων συμβάλλοντας στο περίπου 62% της συνολικής απασχόλησης και στο 54% της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας.

Επομένως, το μεγαλύτερο μερίδιο στην παραγωγή πλούτου δεν το έχουν οι λίγες μεγάλες επιχειρήσεις με εύκολη πρόσβαση στις τράπεζες, στα funds και στα μεγάλα επενδυτικά σχήματα, αλλά οι μικρομεσαίες παρά την κραυγαλέα άνιση μεταχείριση στη χρηματοδοτική στήριξη. Από τη μία βλέπουμε το χρήμα να κατευθύνεται εκεί που οι τράπεζες βλέπουν μεγαλύτερες εξασφαλίσεις, ισχυρότερους ισολογισμούς, μεγαλύτερα έργα και μικρότερο πιστωτικό ρίσκο. Δηλαδή στους ήδη ισχυρούς παίκτες. Αντιθέτως, η μικρομεσαία επιχείρηση αναπτύσσεται όχι επειδή της άνοιξε ο δρόμος της τραπεζικής πίστης, αλλά με αυτοχρηματοδότηση, είτε κόβοντας δαπάνες και προσλήψεις είτε θυσιάζοντας τα έτοιμα που υπάρχουν στην άκρη για τα δύσκολα.

Εδώ πρόκειται για μια οικονομική στρατηγική που αναπαράγει και διευρύνει τις ανισότητες, συνοδεύοντάς τες με μια αυταπάτη αφηγήματος περί ανάπτυξης. Η δομική ανισότητα δεν αναιρείται ακόμη και όταν υπάρχει βελτίωση στην οικονομία.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης διαφημίζει τη μείωση φόρων, την αύξηση των επενδύσεων και την επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά η κανονικότητα που περιγράφει είναι επιχειρηματικά άνιση. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν σταθερή πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, ευρωπαϊκά εργαλεία, συμβούλους, εγγυήσεις, ίδια κεφάλαια και μηχανισμούς απορρόφησης πόρων. Οι μικρομεσαίοι έχουν γραφειοκρατία, εγγυήσεις που δεν διαθέτουν, υψηλά επιτόκια, περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ και μια αγορά όπου το κόστος ενέργειας, οι πρώτες ύλες και οι υποχρεώσεις τρέχουν πιο γρήγορα από τον τζίρο τους.

Πρέπει λοιπόν η πολιτεία να αποφασίσει αν η ανάπτυξη είναι δημόσια στρατηγική ή αποκλειστικά τραπεζικό προνόμιο κι αν οι ευρωπαϊκοί πόροι θα λειτουργήσουν ως μηχανισμός διάχυσης ή ως επιταχυντής υπερσυσσώρευσης.

Ανάπτυξη που δεν φτάνει στον μικρομεσαίο, δεν συνιστά εθνική επιτυχία. Η μικρομεσαία επιχείρηση δεν είναι -και δεν πρέπει να θεωρείται- παράρτημα της μεγάλης ανάπτυξης, που θα πάρει τα… αποφάγια και τα ψίχουλα.

Απαιτεί ειδικά πιστωτικά εργαλεία με κοινωνικά και περιφερειακά κριτήρια, πραγματικές εγγυήσεις για μικρά δάνεια, απλοποιημένες διαδικασίες και γενικότερα μια τραπεζική πολιτική που θα στηρίζει όχι μόνο με βάση την κερδοφορία αλλά και την υποστήριξη της παραγωγικής βάσης.