Γράφει η Νικόλεττα Κοκκαλιάρη*
Κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα νέο κύκλωμα διαφθοράς σε πολεοδομίες, δημόσιες υπηρεσίες ή οργανισμούς της αυτοδιοίκησης, η κοινή γνώμη σοκάρεται για λίγες ημέρες. Ακολουθούν δηλώσεις, καταγγελίες, πολιτικές αντιπαραθέσεις και αλληλοκατηγορίες. Μέχρι να ξεχαστεί το θέμα και να περιμένουμε το επόμενο σκάνδαλο.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι ποιοι συνελήφθησαν. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς φτάσαμε ως κοινωνία να θεωρούμε σχεδόν φυσιολογικό ότι για να βρει κάποιος το δίκιο του, να εκδώσει μια άδεια, να προχωρήσει μια νόμιμη υπόθεση ή να αντιμετωπίσει μια αυθαιρεσία, χρειάζεται «μέσο», πολιτική προστασία ή χρήματα κάτω από το τραπέζι.
Η διαφθορά δεν είναι αποκλειστικά πρόβλημα των επίορκων υπαλλήλων. Είναι ένα σύστημα σχέσεων και εξαρτήσεων που διαπερνά πολλές φορές τη διοίκηση, την πολιτική και την κοινωνία. Οι επίορκοι υπάλληλοι αποτελούν το εκτελεστικό όργανο. Πίσω τους όμως συχνά υπάρχουν πολιτικές εξαρτήσεις, κομματικές διαδρομές, δίκτυα επιρροής και πρόσωπα που χρησιμοποιούν τη δημόσια διοίκηση ως μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων.
Για δεκαετίες, η κατάληψη θέσεων ευθύνης στο Δημόσιο δεν γινόταν πάντα με αξιοκρατικά κριτήρια. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κομματική ταυτότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη από την επαγγελματική επάρκεια. Έτσι δημιουργήθηκαν θύλακες εξουσίας που λειτουργούσαν ανεξέλεγκτα, θεωρώντας ότι διαθέτουν πολιτική κάλυψη και άρα ασυλία.
Το πιο τραγικό όμως στοιχείο είναι η θέση του πολίτη. Πολλοί πολίτες δεν συμμετέχουν στη διαφθορά επειδή το επιθυμούν. Συμμετέχουν επειδή αισθάνονται ανίσχυροι. Βρίσκονται αντιμέτωποι με μια γραφειοκρατία που καθυστερεί, με υπηρεσίες που δεν απαντούν, με υποθέσεις που λιμνάζουν επί μήνες ή χρόνια. Και τότε εμφανίζεται κάποιος που υπόσχεται ότι «μπορεί να βοηθήσει». Η δωροδοκία μετατρέπεται σε εργαλείο επιβίωσης και η αδικία σε καθημερινότητα.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σιωπή των θεσμών. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι καταγγελίες φτάνουν σε αρμόδιους φορείς, αλλά δεν διερευνώνται εγκαίρως. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου όλοι γνωρίζουν αλλά κανείς δεν μιλά. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αδράνεια λειτουργεί ως συγκαλυμμένη συνενοχή. Η δημοκρατία όμως δεν απειλείται μόνο από όσους παρανομούν. Απειλείται και από όσους γνωρίζουν και αδιαφορούν.
Η μάχη κατά της διαφθοράς δεν θα κερδηθεί με περιστασιακές συλλήψεις και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Χρειάζεται πλήρης ψηφιοποίηση διαδικασιών, διαφάνεια στις αποφάσεις, πραγματικοί έλεγχοι, προστασία των καταγγελλόντων, αξιοκρατία στις επιλογές στελεχών και αυστηρή λογοδοσία για όλους, ανεξάρτητα από πολιτικές διασυνδέσεις.
Πάνω από όλα όμως χρειάζεται πολιτική βούληση. Γιατί η διαφθορά δεν είναι απλώς οικονομικό έγκλημα. Είναι προσβολή της ισονομίας, της αξιοκρατίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος.
Κάθε ευρώ που καταλήγει σε μια μίζα αφαιρείται από την αξιοπρέπεια της κοινωνίας. Και κάθε θεσμός που ανέχεται τη διαφθορά, χάνει σταδιακά το δικαίωμα να απαιτεί σεβασμό από τους πολίτες.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερους διαχειριστές εξουσίας. Έχει ανάγκη από δημόσιους λειτουργούς και πολιτικούς που θα υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον χωρίς εκπτώσεις, χωρίς εξαρτήσεις και χωρίς σκιές.
Το πρόσφατο κύκλωμα που αποκαλύφθηκε σε πολεοδομίες της Αττικής, με κατηγορίες για δωροδοκίες, παράνομες αδειοδοτήσεις και τακτοποιήσεις αυθαιρέτων, καθώς και οι αντίστοιχες υποθέσεις που αποκαλύφθηκαν στη Ρόδο, υπενθυμίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο αλλά διαχρονικό και συστημικό.
Η κεντρική πρόκληση παραμένει η ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.
*Προϊσταμένη Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών & Περιβάλλοντος