
Υπάρχουν στιγμές όπου η ίδια η πραγματικότητα υπερβαίνει τα προσδοκώμενα. Η συνάντηση της Αλάσκας, υπήρξε μια τέτοια στιγμή· όχι γιατί… έφερε την ειρήνη μέσα σε δυόμιση ώρες, ούτε γιατί διέλυσε μονομιάς τη δυσπιστία, αλλά γιατί λειτούργησε ως ένα είδος «νεκρανάστασης» της διπλωματίας. Σ’ έναν κόσμο όπου η εμπιστοσύνη έχει καταρρεύσει -μεταξύ πολιτών και ελίτ, μεταξύ συμμάχων, μεταξύ αντιπάλων-, η Αλάσκα κατέδειξε ότι το να καθίσουν οι μέχρι πρότινος εχθροί στο ίδιο τραπέζι είναι η προϋπόθεση της ειρήνης.
Αναγνωρίζοντας τις νέες πραγματικότητες του πολέμου και τη Ρωσία ως μία εκ των «μεγάλων δυνάμεων» η συνάντηση έθεσε τις βάσεις για διπλωματία, τον γιγαντιαίο απόντα κατά την περίοδο 2022-2025, όπου οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε ανταγωνισμό στο έδαφος της Ουκρανίας χωρίς τους πλέον βασικούς διαύλους συνεννόησης μεταξύ τους.
Η διπλωματία, όπως την ορίζει ο Χάρτης του ΟΗΕ, απαιτεί σεβασμό, ακρόαση και προσπάθεια κατανόησης του άλλου, χωρίς να συνεπάγεται απαραίτητα συμφωνία.
Η συνάντηση στην Αλάσκα μπορεί να διαβαστεί ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα: ως μια για αρχή τελετουργική, άσκηση οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξε ουσιαστική συμφωνία· υπήρξε, όμως, αναγνώριση. Αναγνώριση ότι η συνέχιση του πολέμου οδηγεί την Ουκρανία σε στρατιωτική και πολιτική κατάρρευση. Έμμεση αναγνώριση, τέλος, ότι η Ευρώπη βαδίζει χωρίς δίχτυ ασφαλείας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται να αποσυρθούν από το ουκρανικό μέτωπο, πετώντας το μπαλάκι στην ευρωπαϊκή σύνοδο των ενισταμένων.