Στην Ελλάδα η οικονομική επιτυχία, πολλές φορές, αποκτά μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που δικαιολογεί η επαγγελματική καταξίωση. Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας απολαμβάνει ιδιαίτερο κύρος και, καθώς πλησιάζει τα κέντρα αποφάσεων, η δημόσια παρουσία του αρχίζει να αντιμετωπίζεται σαν επιβεβαίωση προσωπικής αξίας. Η πολιτική εξουσία όμως δεν μένει αμέτοχη σε αυτή τη διαδικασία, αφού η συναναστροφή με τους οικονομικά ισχυρούς προσφέρει ενίοτε και στην ίδια, προβολή. Έτσι διαμορφώνεται μια σχέση αμοιβαίας αναγνώρισης που ενδέχεται να δυσκολεύει τη διατήρηση της αναγκαίας θεσμικής απόστασης. Τα παραδείγματα είναι πολλά και «γνωστόν τοῖς πᾶσι»

Οι καταγγελίες για πιθανή χειραγώγηση αγώνων στο μπάσκετ, οι οποίες σύμφωνα με δημοσιεύματα αφορούν ακόμη και μαθητικές διοργανώσεις, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα αυτού του προβληματισμού. Η δικαστική έρευνα συνεχίζεται και κανείς δεν δικαιούται να προεξοφλήσει την ενοχή των κατηγορουμένων. Ωστόσο, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαδικασίας, είναι εύλογο να συζητήσουμε πόσο αποτελεσματικά ελέγχονται πρόσωπα με ισχυρή παρουσία στη δημόσια ζωή και αν οι μηχανισμοί εποπτείας μπορούν να λειτουργούν χωρίς εξαρτήσεις.

Η επιχειρηματική επιτυχία ασφαλώς αξίζει αναγνώριση, ιδίως όταν δημιουργεί θέσεις εργασίας και προσφέρει στην οικονομία. Δεν αποτελεί όμως πιστοποιητικό εντιμότητας ούτε δικαιολογεί ιδιαίτερη μεταχείριση. Το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία των ανθρώπων της αγοράς στον δημόσιο χώρο αλλά η ευκολία με την οποία η οικονομική δύναμη μπορεί να μετατραπεί σε προνομιακή πρόσβαση.

Η διαφθορά δεν δημιουργείται απαραιτήτως από μια τέτοια σχέση, μπορεί όμως να βρίσκει πρόσφορο έδαφος εκεί όπου ο έλεγχος ασκείται με δισταγμό. Μερικές φορές αρκεί η πεποίθηση ότι ένας ισχυρός παράγοντας δεν πρέπει να ενοχληθεί ή ότι μια καταγγελία θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα σε όποιον την υποβάλλει παρά σε εκείνον που αφορά. Αυτή η κουλτούρα ανοχής έχει πολιτικές ρίζες και η αντιμετώπισή της απαιτεί πολύ περισσότερα από την εκ των υστέρων αποδοκιμασία μιας πιθανής παρανομίας.

Η αντίφαση είναι ιδιαίτερα προκλητική στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Για την πλειοψηφία των πολιτών η καθημερινότητα έχει μετατραπεί σε διαρκή προσπάθεια κάλυψης των βασικών αναγκών, ενώ η μικρή επιχειρηματικότητα αγωνίζεται να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις που συχνά ξεπερνούν τις οικονομικές της δυνατότητες. Ο πολίτης γνωρίζει πόσο αυστηρό μπορεί να γίνει το κράτος απέναντι στη δική του υποχρέωση. Γι’ αυτό και η εντύπωση ότι η οικονομική ισχύς μπορεί να εξασφαλίζει μεγαλύτερη ανοχή προκαλεί δικαιολογημένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Η αίσθηση ότι υπάρχουν διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με τη θέση του καθενός πλήττει ουσιαστικά την αξιοπιστία της πολιτικής.

Η αναφορά στους μαθητικούς αγώνες προκαλεί όμως ιδιαίτερη ανησυχία. Αν αποδειχθεί ότι υπήρξε προσπάθεια επηρεασμού σχολικών διοργανώσεων, το πλήγμα θα αφορά την ίδια την εκπαίδευση. Το παιδί μπαίνει στο γήπεδο πιστεύοντας ότι η προσπάθειά του θα κριθεί δίκαια και όχι από αποφάσεις που έχουν ληφθεί ερήμην του. Η εμπιστοσύνη αυτή είναι πολύτιμη, ιδίως όταν η αθλητική διάκριση μπορεί να επηρεάσει και την εκπαιδευτική του πορεία.

Η πολιτεία έχει ευθύνη να διασφαλίζει αποτελεσματική εποπτεία και όχι μόνο να παρεμβαίνει όταν μια υπόθεση αποκτήσει μεγάλη δημοσιότητα. Η διαβίβαση καταγγελιών στις αρμόδιες αρχές είναι αναγκαία αλλά δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν υπήρχαν δυνατότητες έγκαιρου ελέγχου. Ούτε η αλλαγή προσώπων σε έναν οργανισμό εγγυάται ότι θα αλλάξει η λειτουργία του. Η αυτονομία των αθλητικών φορέων πρέπει να προστατεύεται, χωρίς να μετατρέπεται σε εμπόδιο στη διαφάνεια.

Η συγκεκριμένη υπόθεση θα κριθεί εκεί όπου πρέπει, στη δικαιοσύνη. Το πολιτικό ερώτημα όμως παραμένει.

Πόσο συχνά η αναγνώριση που αποδίδουμε στην επιτυχία καταλήγει να γίνεται ανεπίσημο προνόμιο;

Μια κοινωνία που απαιτεί συνέπεια από τους πολλούς έχει κάθε λόγο να ζητά τον ίδιο έλεγχο για όσους διαθέτουν ισχυρές διασυνδέσεις. Η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να εξαντλεί την ευθύνη της στις δημόσιες διαβεβαιώσεις μετά από κάθε κρίση. Οφείλει να αποδεικνύει στην πράξη ότι οι σχέσεις της με τους ισχυρούς δεν επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες.

Η δικαιοσύνη θα κρίνει τις πράξεις των προσώπων. Η πολιτική, ωστόσο, οφείλει να αναμετρηθεί με τις δικές της ευθύνες.

*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο Πατρών.