Όταν δύο αστυνομικοί τραυματίζονται έξω από το Τμήμα όπου υπηρετούν και, αφού δεχθούν τις πρώτες βοήθειες, επιστρέφουν στη βάρδια τους, η συμπαράσταση όλων μας είναι το ελάχιστο.
Πέρα, όμως, από τη συμπαράσταση, μένει ένα ουσιαστικό ερώτημα προς την πολιτική ηγεσία.
Πόσο ακόμη θα καλύπτονται τα κενά της Αστυνομίας στην Ηλεία με την αυταπάρνηση των ίδιων των αστυνομικών;
Όσα έγιναν στη Γαστούνη υπερβαίνουν τα όρια ενός σοβαρού περιστατικού δημόσιας τάξης. Θέτουν υπό κρίση την ικανότητα του κράτους να προστατεύει εκείνους στους οποίους αναθέτει την προστασία της κοινωνίας.
Η ανακοίνωση της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Ηλείας δεν αφήνει περιθώρια για μια βολική ανάγνωση. Περιγράφει τον άμεσο κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των αστυνομικών, υπενθυμίζει τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις για την υποστελέχωση και ζητά μόνιμη ενίσχυση όλων των υπηρεσιών του νομού. Το επεισόδιο θα μπορούσε να έχει σοβαρότερη κατάληξη. Η επιστροφή των τραυματισμένων αστυνομικών στη βάρδια τους δεν κλείνει τη συζήτηση για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπηρετούν. Την καθιστά ακόμη πιο επιτακτική.
Το πρόβλημα ήταν γνωστό. Τον Ιανουάριο η Ένωση προειδοποιούσε ότι η υποστελέχωση είχε φέρει τις υπηρεσίες στα όρια της λειτουργικής κατάρρευσης. Τον Ιούνιο ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναγνώρισε ότι οι 32 θέσεις μετάθεσης που προκηρύχθηκαν για την Ηλεία δεν καλύφθηκαν και δεσμεύθηκε για αποσπάσεις και τοποθέτηση νέων αστυνομικών. Δύο μήνες αργότερα, το αίτημα για μόνιμο προσωπικό επανέρχεται.
Η αδυναμία του υφιστάμενου συστήματος μεταθέσεων να καλύψει τις θέσεις δεν αποτελεί άλλοθι για την πολιτική ηγεσία. Την υποχρεώνει να αλλάξει όσα δεν λειτουργούν, να θεσπίσει ουσιαστικά κίνητρα και να εγγυηθεί επαρκή δύναμη σε κάθε βάρδια. Η κυβέρνηση κρίνεται από το αποτέλεσμα και όχι από τον αριθμό των δεσμεύσεων που έχουν διατυπωθεί.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, στο άρθρο μου «Ανοχύρωτη πολιτεία η Ηλεία», είχα επισημάνει ότι η κριτική δεν στρέφεται προς τους αστυνομικούς που προσπαθούν με περιορισμένο προσωπικό και μέσα. Στρέφεται προς ένα κράτος που αφήνει την ασφάλεια του πολίτη να εξαρτάται από την προσωπική ευθύνη και την αντοχή των ανθρώπων του. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, η ίδια εκκρεμότητα επανέρχεται, αυτή τη φορά ύστερα από ένα περιστατικό πραγματικού κινδύνου.
Στα γεγονότα της Γαστούνης συμμετείχαν Ρομά. Το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να αποσιωπηθεί ούτε να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για συλλογικές ενοχοποιήσεις. Η ευθύνη για την επίθεση είναι προσωπική και ο νόμος οφείλει να εφαρμοστεί χωρίς εκπτώσεις. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, όσο έντονος κι αν είναι, δεν δικαιολογεί τη βία. Η καταγωγή των δραστών δεν καθιστά ύποπτη μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα. Η δημόσια τάξη υπηρετείται με ίσους κανόνες, ατομική ευθύνη και σταθερή εφαρμογή της νομιμότητας.
Η πολιτική συζήτηση όμως, δεν μπορεί να εξαντληθεί στην καταδίκη. Επί δεκαετίες η πολιτεία ανέχεται να παγιώνονται δίπλα μας, συνθήκες ζωής που κρατούν ανθρώπους ουσιαστικά εκτός των τειχών της οργανωμένης κοινωνίας. Παιδιά απομακρύνονται νωρίς από το σχολείο, οικογένειες παραμένουν έξω από τη σταθερή εργασία, ενώ η στέγαση, η υγεία και η κοινωνική φροντίδα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Όταν οι θεσμοί εμφανίζονται κυρίως την ώρα της αστυνομικής επιχείρησης, παραβατικά δίκτυα και παράλληλοι κανόνες βρίσκουν χώρο να αποκτήσουν διάρκεια και επιρροή.
Η πολιτεία δεν φέρει την ευθύνη για την προσωπική απόφαση κάποιου να επιτεθεί σε έναν αστυνομικό. Η πολιτική της ευθύνη αρχίζει όταν αφήνει τον κοινωνικό αποκλεισμό να μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση και παραβατικούς θύλακες να αποκτούν ισχύ. Όταν αφήνει μια κοινωνική ομάδα να παραμένει εγκλωβισμένη στις ίδιες συνθήκες και στα ίδια στερεότυπα.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα χρειάζονται δύο καθαρές πολιτικές δεσμεύσεις. Η πρώτη είναι ένα σχέδιο μόνιμης στελέχωσης της Αστυνομίας στην Ηλεία, με κίνητρα και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Η δεύτερη είναι ένα ενιαίο τοπικό σχέδιο κοινωνικής ένταξης, με ευθύνη της κεντρικής διοίκησης και της αυτοδιοίκησης, ώστε τα παιδιά να παραμένουν στο σχολείο, οι ενήλικοι να αποκτούν πρόσβαση στη νόμιμη εργασία, οι κοινωνικές υπηρεσίες να έχουν σταθερή παρουσία και ο νόμος να εφαρμόζεται για όλους. Προγράμματα χωρίς συνέχεια, έλεγχο και μετρήσιμο αποτέλεσμα απλώς διαχειρίζονται το πρόβλημα.
Η Ηλεία χρειάζεται μια πολιτεία παρούσα πριν από την κρίση. Δίπλα στον αστυνομικό που κινδυνεύει, στον πολίτη που φοβάται και στο παιδί που μεγαλώνει χωρίς πραγματική διέξοδο. Η ασφάλεια και η κοινωνική συνοχή αποτελούν ενιαία δημόσια ευθύνη.
Χρησιμοποιώ συνειδητά τον ίδιο τίτλο με το άρθρο του Σεπτεμβρίου 2024, γιατί, σχεδόν δύο χρόνια μετά, η πολιτική εκκρεμότητα που περιέγραφε παραμένει ανοιχτή.
*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.
Παναγιωτόπουλος Γιώργος
Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών