“Γυμνή σαν μαχαίρι που αιμορραγεί.Γυμνή μπροστά σου σαν το απαγορευμένο ποίημα που διαβάζεις”

Γράφει η Γεωργία Κανελλοπούλου


Φατμέ Εχτεσάρι, ποιήτρια, ιρανή, 1986 – . Καταδικάστηκε σε 11,5 χρόνια φυλάκιση και 99 μαστιγώματα για εγκλήματα κατά της ιρανικής κυβέρνησης, ανήθικη συμπεριφορά και βλασφημία, επειδή στεκόταν δίπλα σε έναν άντρα σε μια φωτογραφία. Κατάφερε να διαφύγει παράνομα και από το 2017 ζει στο Λιλεχάμερ της Νορβηγίας υπό την προστασία του δικτύου ICORN. Είναι σημαντικό μέλος της ιρανικής αντίστασης κατά του θεοκρατικού καθεστώτος.

Αλάμ Τατζ, ποιήτρια, ιρανή. 1883 – 1946. Θεωρείται η πρώτη φεμινίστρια ποιήτρια στα περσικά. Όταν παντρεύτηκε, ο άντρας της τής απαγόρεψε να γράφει, οπότε έκρυβε τα ποιήματά της σε διάφορα μέρη του σπιτιού. Αφού πέθανε, τα ανακάλυψε ο γιος της και τα εξέδωσε. Με τα ποιήματά της αντιτάχθηκε στους γάμους νεαρών κοριτσιών και δήλωσε πως οι γυναίκες πρέπει να αποκτήσουν κοινωνική και πνευματική ισότητα, ενώ τις προέτρεψε να κάψουν τις μαντίλες.

Το δέρμα μου σκισμένο εξώφυλλο,
Βιβλίο θλίψης, μετά βίας αναπνέω,
Όλος ο κόσμος ένα υπόγειο
Όπως το Σφαγείο Νούμερο Πέντε
Η χαρά μου δεν είναι παρά υποσημειώσεις,
Η ευτυχία μου χάνεται στη λύπη
365 μέρες των Σοδόμων
365 ημέρες βασανιστηρίων
Έλα, ρίξε παραφίνη στο στόμα μου
Έλα, βάλε φωτιά στη βιβλιοθήκη –
Ανατίναξε κάθε κατήφεια και μελαγχολία απ’ την όψη μου
Και εκτόνωσε την κούρασή σου στο σώμα μου. 
(Φατμέ Εχτεσάρι)

Στο δρόμο που χάραξε η πριγκήπισσα Ράμπε’ε που αναβίωσε την περσική ποίηση το 10ο αιώνα, στο δρόμο της ερωτικής ποιήτριας Τζαχάν Χάτουν του 1324, της Μαχσάτι που έγινε πρώτη γυναίκα γραμματέας του σελτζούκου βασιλιά Σαντζάρ που κυβέρνησε από το 1118 ως το 1157, στο δρόμο των νομάδων γυναικών που σκανδάλιζαν με την ελευθερία τους. Στο δρόμο της Τάχερε που το 1848 εμφανίστηκε σε πολιτικό συνέδριο με ακάλυπτο κεφάλι προκαλώντας και τους ίδιους τους συντρόφους της, κι έζησε κι έγραψε μέχρι που τη σκότωσαν ορθόδοξοι μουσουλμάνοι, λένε πως τη στραγγάλισε ο ίδιος ο σάχης το 1852. Δύο με τρεις γενιές μετά την Τάχερε, το ζήτημα της καταπίεσης των γυναικών θα έβρισκε απόλυτα τη θέση του στον ποιητικό λόγο των ιρανών. Η ποίηση έγινε το πιο δημοκρατικό μέσο έκφρασης, συχνά με τη μορφή πολιτικής ή κοινωνικής σάτιρας. Οι μορφωμένες γυναίκες έρχισαν να δημιουργούν τους δικούς τους κύκλους, ενώ συμμετείχαν στις όλο και συχνότερες κοινωνικές αναταραχές που διεκδικούσαν μεταρρυθμίσεις.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η ιρανική γυναικεία ποίηση συμπεριέλαβε αιτήματα όπως η εναντίωση στην παρεμβατικότητα των ξένων (Αγγλία, Ρωσία), η εκπροσώπηση των γυναικών στην κυβέρνηση, και κυρίως η γυναικεία χειραφέτηση. Κάθε επόμενη γενιά ποιητριών έκανε τη δική της ρήξη στην ποίησή της, πολλές φορές μάλιστα η ρήξη γινόταν και στην προσωπική ζωή διεκδικώντας την ελευθερία σε όλους τους τομείς: σεξουαλικότητα, ισότητα, ρήξη με την πατριαρχία. Σήμερα οι ιρανές ποιήτριες δίνουν φωνή σε όλες τις ιρανές γυναίκες που τολμούν να αντισταθούν στον παραλογισμό της θεοκρατίας και της πατριαρχίας. Σ’ αυτές που έκαναν τα ελεύθερα μαλλιά τους παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας, με κίνδυνο να μαστιγωθούν, να βασανιστούν, να εκτελεστούν. Αλλά και σ’ αυτές που φοβούνται.

Το δάσος κραύγασε στον ποταμό:
Μακάρι να ήμουν σαν εσένα 
Να ταξιδεύω μέρα νύχτα βλέποντας τέτοια αξιοθέατα
Καθώς κατεβαίνω προς τη διάφανη μεγάλη θάλασσα 
Μια κοίτη με κρυστάλλινα νερά 
Μια ανήσυχη πρόθυμη ψυχή
Που ρέει για πάντα
Εγώ τι είμαι, άραγε; 
Ένας αιχμάλωτος της γης
Στην αιώνια σιωπή 
Θα γεράσω
Θα κιτρινίσω
Θα ξεραθώ
(Ζάλε Εσφαχάνι)

Φορούγ Φαρροκζάντ, ποιήτρια, ιρανή, 1934 – 1967. Μάλλον η πιο διάσημη ιρανή ποιήτρια στο εξωτερικό, παρόλο που πέθανε μόλις 33 ετών. Από το γάμο της, που κράτησε μόνο τρία χρόνια, απέκτησε ένα γιο, του οποίου την επιμέλεια έχασε επειδή πήρε διαζύγιο. Η ποίησή της είναι συναισθηματική κι εκφράζει τη γυναικεία επιθυμία κι ευχαρίστηση, εντός κι εκτός γάμου. Συγκρίνεται συχνά με τη Σύλβια Πλαθ, καθώς έχουν έναν κοινό τρόπο έκφρασης απέναντι στην πατριαρχία.

Μινά Ασαντί, ποιήτρια, ιρανή, 1943 – . Η ποίησή της αναφέρεται κυρίως σε πολιτικά θέματα και έχει εκφράσει ρητά την αντίθεσή της απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία. Ζει στη Στοκχόλμη.

Δεν με απασχολούν τα χαλάκια προσευχής
σκέφτομαι μόνο καμιά εκατοστή δρόμους
να διασχίζουν καμιά εκατοστή κήπους
γεμάτους δέντρα με μεταξένια κρόσσια. 
Δεν ξέρω τι σημαίνει Στοργή 
ή ποια η διαφορά 
μεταξύ μιας χώρας και μιας άλλης.
Τη μοναξιά την ονομάζω Ευτυχία
την έρημο την αποκαλώ Πατρίδα.
Στα δικά μου μάτια το δίχτυ
που χωρίζει το ψάρι απ’ το νερό
είναι Δολοφόνος. 
(Μινά Ασαντί)

Στην απονομή των Νόμπελ το 1963 ένας έλληνας ποιητής, ο Γιώργος Σεφέρης, είπε πως “τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;”. Και αυτές οι ιρανές ποιήτριες ανασαίνουν με την ανάσα των εξόριστων ποιητριών όλου του κόσμου. Της Μαρίνας Τσβετάγεβα που θάφτηκε κάπου στη Σιβηρία, κανείς δεν ξέρει πού, πεινούσε πολύ, ζητούσε μόνο να δουλέψει λαντζέρισσα. Της Σύλβια Πλαθ που έβαλε φαγητό στα παιδιά της κι αυτοκτόνησε. Της Αν Σέξτον που είχε γράψει πριν αυτοκτονήσει: Βγήκα, δαιμονισμένη μάγισσα / στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, πιο τολμηρή τη νύχτα / πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά, σκέφτομαι το κακό, / πάω από φως σε φως. Ανασαίνουν με την ανάσα της Άννας Αχμάτοβα που ο πατέρας της τής είχε απαγορέψει να χρησιμοποιεί το όνομά τους στα ποιήματά της για να μην το λερώσει, ενώ το σοβιετικο καθεστώς πολτοποίησε τις δημιουργίες της και την καταδίκασε στη σιωπή. Ανασαίνουν με την ανάσα των κουρδισσών και των αφγανών ποιητριών. Της Nadia Anjuman, εικοσιπεντάχρονης ποιήτριας από το Αφγανιστάν που τη σκότωσε ο άντρας της στο ξύλο. Με την ανάσα της Αλφονσίνα Στόρνι που κραύγασε το στίχο: Κύριε, το δικό μου παιδί, να μη γεννηθεί γυναίκα!

Δεν είναι γυναίκα. Είναι κατακόκκινο σημάδι.
Είναι κραυγή σιωπής. Είναι γαλήνια απόγνωση…
Δεν είναι ούτε γυναίκα ούτε άντρας, είναι ένα παράξενο θέαμα.
Ελπίδα με χέρια και πόδια δεμένα.
Βαριές πέτρες σε βαθιές τσέπες.
Κάποιος που έπεσε από τον ουρανό τη νύχτα.
(Φατμέ Εχτεσάρι)

Σιμίν Μπεχμπαχάνι, ποιήτρια, ιρανή, 1927 – 2014. Άρχισε να γράφει ποίηση πολύ μικρή και ήταν ενεργή πολίτης σε όλη της ζωή της. Η ποίησή της αποτελείται από απολύτως προσωπικά έως απολύτως κοινωνικά ποιήματα. Προτάθηκε δύο φορές για βραβείο Νόμπελ, αλλά το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας της απαγόρευσε τη διαμονή στη χώρα, αν και ήταν πια ογδόντα δύο ετών και σχεδόν τυφλή. Πάντως πέθανε στην Τεχεράνη και η κηδεία της μετατράπηκε σε συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων.

Ζάλε Εσφαχάνι, ποιήτρια, ιρανή, 1921 – 2007. Συνδεδεμένη από μικρή με την Αριστερά, και παντρεμένη με στέλεχος του Ιρανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έζησε στη Σοβιετική Ένωση ως την ιρανική επανάσταση του 1979, οπότε επέστρεψε στο Ιράν. Δύο χρόνια μετά, απογοητευμένη από τη θεοκρατική κυβέρνηση μετανάστευσε στην Αγγλία όπου έζησε ως το θάνατό της. Έγραφε ποίηση, κυρίως πολιτικού περιεχομένου, από παιδάκι ως τη γεροντική της ηλικία.

Έρχεται η νύχτα
και μετά τη νύχτα, σκοτάδι
μετά το σκοτάδι
τα μάτια
τα χέρια
και η ανάσα, η ανάσα, η ανάσα
και ο ήχος του νερού
που πέφτει σταγόνα σταγόνα από τη βρύση
έπειτα δύο
κόκκινες κουκκίδες
από δύο αναμμένα τσιγάρα
το τικ τακ του ρολογιού
και δύο καρδιές
και μοναξιές δύο
(Φορούγ Φαροκζάντ)

Κάσμα ‘ι, ποιήτρια, ιρανή, 1883 – 1963. Μία αντισυμβατική και ασυνήθιστα ανεξάρτητη γυναίκα για τα δεδομένα του Ιράν αλλά και γενικότερα, ταξίδεψε πολύ, μιλούσε πολλές γλώσσες και αναζήτησε διαφορετικούς πολιτισμούς. Στα ποιήματά της αντικατοπτρίζεται και η μεγάλη της πικρία για την υποταγή των γυναικών στους άντρες.

Μπίτζα Νεχάνι Κα’εμί, 16ος αι. Τίποτα δεν είναι γνωστό για τη ζωή της, έχει γράψει όμως στίχους σαν αυτόν: Διαζύγιο θα πάρω και θα ‘μαι πάντα ελεύθερη από σένα / Καταραμένε, δυό συζύγους θα βρω κι οι δυό καινούργιοι θα ‘ναι. Το 16ο αιώνα.

Έφτασαν αργά
από στενά ασφυκτικά περάσματα
κηλίδες αίματος
από κοψίματα στα δάχτυλα άυπνης γυναίκας
χύθηκαν στο χαρτί
δεν έφυγαν με το νερό
ούτε καθάρισαν με χαρτομάντηλο
άνισοι κόκκινοι κύκλοι τα ποιήματά μου
όσο περισσότερο τα κοίταζα
τόσο πιο πολύ μεγάλωναν
ώσπου μια μέρα τα μάτια μου 
αδύνατον να διακρίνουν τα κενά
(Μανά Αγκάι)

Ξέρετε, κάποτε ένας βασιλιάς παντρευόταν κάθε βράδυ και το ξημέρωμα αποκεφάλιζε τη γυναίκα του. Η  Σεχραζάντ ήταν η μόνη που επέζησε την πρώτη νύχτα, γιατί του είπε μια ιστορία, και μετά κάθε νύχτα του έλεγε μια νέα ιστορία με αντάλλαγμα άλλη μια μέρα ζωής. Εκείνες οι ιστορίες που η ίδια είχε ακούσει, είχε διαβάσει ή είχε φανταστεί, γλίτωναν το κεφάλι της, γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο.  Συχνά, την ώρα της διήγησης, ένιωθε το βασιλιά να εξετάζει το λαιμό της. Αν ο βασιλιάς βαριόταν, ήταν χαμένη. Η τέχνη της αφήγησης γεννήθηκε από το φόβο του θανάτου, λέει.

Σήμερα οι ιρανές γυναίκες αφηγούνται τη δικιά τους ιστορία, γράφουν μια νέα ποίηση. Θέλουν μόνο να τις ακούσουμε και να γίνουμε η φωνή τους στις χώρες μας.  Ζωή – Γυναίκα – Ελευθερία!*

————————

Πηγές

1. Όλες οι πληροφορίες για τις ποιήτριες και τα ποιήματα είναι από την Ανθολογία ποιημάτων ιρανών γυναικών: Γυμνή σαν μαχαίρι, Εκδ. Συρτάρι, Απόδοση Ά. Γρίβα & Μ. Μεζίτη
2. Η ιστορία του Εντουάρντο Γκαλεάνο είναι από το βιλίο του Γυναίκες, εκδ. Πάπυρος, Μτφρ. Ι. Κανσή

polaroidstories.com