FOLLOW US: facebook twitter

Γ. Ευθυμίου: Τον «Καιόμενο» του συμπατριώτη μας Τάκη Σινόπουλου ξαναζεί η ανθρωπότητα υπό τις θλιβερότερες συνθήκες

Ημερομηνία: 25-08-2022 | Συντάκτης:

Του Γιώργου Ευθυμίου, εκπ/κού

Ο καιόμενος 
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος. Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι. Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Με όσα συμβαίνουν γύρω μας, απανταχού της γης, δεν μπορεί να μη θυμηθεί κάνεις τον «Καιόμενο» ποίημα του Τάκη Σινόπουλου, αν ποτέ αυτός το είχε προσεγγίσει και το είχε σε βάθος κατανοήσει. Αν συνέβη αυτό και αν είχε βιώσει με πλήρη αντικειμενικότητα και αμεροληψία το περιεχόμενό του, σίγουρα θα διαπίστωσε πως ο μεγάλος διανοούμενος, το καμάρι του Νομού μας, του Πύργου και της Πατρίδας μας υπό την ευρεία της έννοια, με το βαθυστόχαστο αυτό το ποίημά του εκφράζει τα βάναυσα και απάνθρωπα τρωτά της δικής του εποχής, όπως ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, οι αλλεπάλληλες δικτατορίες της δεκαετίας του 1920, του 1936, ο άδικος αλλά ένδοξος Ελληνοιταλικός πόλεμος του 1940, η στυγερή Κατοχή των Γερμανών, οι εκτελέσεις, οι πυρπολήσεις χωριών, ο Εμφύλιος, οι εξορίες στα ξερονήσια, το ασίγαστο μίσος των αντίθετων ιδεολογικά πλευρών, η τελευταία δικτατορία, το ξεπούλημα της Κύπρου ώσπου το 1981 αποχαιρέτησε τα εγκόσμια.

Ωστόσο το ποίημα αυτό του συμπατριώτη μας, όπως θα το κατάλαβε και ο πιο αδαής, έχει το περιεχόμενό του διαχρονικό, γιατί τον «Καιόμενό» του τον είδαμε κάποτε και εμείς στην Πλατεία Συντάγματος. Τον είδαμε στη Ρώμη. Τον βλέπουμε παντού. Στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, ιδιαίτερα στην Ουκρανία, στη Λιβύη…, στον πρόσφυγα πατέρα της Αϊλάν, που πέθανε στα σύνορα, για να σώσει την κόρη του, στα νησιά μας που σωματέμπορας πετάει τους κυνηγημένους από την πατρίδα τους στη θάλασσα, στο αγγελούδι την πεντάχρονη που μένει αυτές τις μέρες επί μία εβδομάδα άταφη στον Έβρο…

Και εμείς; Τι κάνουμε εμείς, όταν βλέπουμε τον «Καιόμενο» στις μέρες μας; Τι άλλο από το να είμαστε βυθισμένοι στη μακαριότητά μας και στη νιρβάνα μας και να τον κοιτάζουμε από μιαν άκρη. Όχι από μια άκρη. Λάθος. Από έναν καναπέ. Τι; Να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας μεσ’ στη συνάφεια του κόσμου; Πίνουμε το καφεδάκι μας, έχουμε και τα πόδια μας απλωμένα σε ένα ανάκλιντρο και ζωή χαρισάμενη! Εμείς θα βγάλουμε το φίδι από την τρύπα; Δεν ξέρουμε πως «Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες;». Και δεν ξέρουμε ακόμη πως δεν πρέπει να παίζουμε με τη φωτιά;

Άστον λοιπόν τον «Καιόμενο» να καίγεται. Μας ρώτησε εμάς τι έπρεπε να κάνει; Δεν έβλεπε τι κάνει ο άλλος κόσμος; Δεν έβλεπε πως οι «έξυπνοι», που θέλουν να ζήσουν και να χαίρονται τα αγαθά τους, περί άλλα τυρβάζουν; Περί τα θαλασσοδάνεια, περί τις λίστες, με τις μίζες, περί το δουλεμπόριο, περί τα ναρκωτικά περί τις οφσόρ εταιρείες;

Θέλουμε βέβαια από περιέργεια να τον αγγίξουμε. Να δούμε από τι ατσάλι είναι φτιαγμένος. Μήπως έχουμε οφθαλμαπάτη και δεν καίγεται; Μάλλον κάτι τέτοιο συμβαίνει. Δεν μπορεί να είναι τόσο ανόητος και να θυσιάζεται. Για ποιον λόγο; Γιατί του τσαλάκωσαν την αξιοπρέπεια; Χαρά το πράγμα. Φάγε τώρα η μούρης σου αξιοπρέπεια. Πήγαινε κι εσύ με τους άλλους, που είχαν τα ίδια μυαλά. Με τον Μανδηλαρά, τον Παναγούλη, τον Γρηγόρη Λαμπράκη… και τόσους άλλους, με τον Αθανάσιο Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Παπαφλέσσα, τον Καραϊσκάκη, τον Παύλο Μελά και αναρίθμητους, που σε κάθε περίοδο της Ιστορίας μας πρόσφεραν ολοκαύτωμα τη ζωή τους, για να ζήσουν, λέει, καλύτερες μέρες οι άλλοι.

Όχι, εγώ και εσύ, χιλιάδες θεατές και καναπεδάκηδες, δεν έχουμε ευτυχώς, τα φθαρμένα, βλακώδη μυαλά του ανόητου «Καιόμενου». Θέλουμε να ζήσουμε και θα ζήσουμε. Με σκυμμένο το κεφάλι; Ναι, με σκυμμένο το κεφάλι, αλλά θα ζήσουμε. Θα πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας και ούτε θα ρωτάμε που πάνε τα χαράτσια μας…

Μετά τα παραπάνω, που εκφράζουν την πίκρα και το παράπονο των κάποιων λίγων αληθινών αγωνιστών, των «Καιόμενων» που δυστυχώς με την παρέλευση των χρόνων γίνονται όλο και πιο λίγοι, καταλαβαίνει κανείς γιατί η ανθρωπότητα όλη ζει υπό τις αθλιότερες και θλιβερότερες συνθήκες, αφού λείπουν οι ήρωες, που θα φέρουν την αναγέννηση, τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ισορροπία στις σχέσεις των ισχυρών και ανίσχυρων κρατών, των αρχόντων και αρχομένων, των εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, εκείνων δηλ. των πανίσχυρων της ανθρωπότητας, που θέλουν να βλέπουν τους άλλους λαούς από θέσεως υπέρτατης ισχύος και να ορίζουν αυτοί τη μοίρα τους, όπως καλή ώρα των Ουκρανών…


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Καιρός Πύργος