
Οι καλοκαιρινές επιστροφές είναι μια σιωπηλή λιτανεία. Έχουν τη δική τους τελετουργία. Έχουν βλέμματα καρφωμένα στον ορίζοντα που χάνεται από το παράθυρο, σαν να μπορούσαν να καθυστερήσουν για λίγο ακόμα το τέλος. Έχουν σιωπές πιο ηχηρές από τις κουβέντες, σιωπές που κουβαλούν την παραδοχή πως ο χρόνος γλίστρησε πάλι. Είναι το σώμα που επιστρέφει στην πόλη, ενώ η ψυχή αρνείται να ακολουθήσει, μένει στραμμένη στη θάλασσα, λες και μπορεί να φυλάξει μέσα της μια τελευταία γουλιά αλμύρα, μια τελευταία νύχτα ανεμελιάς.
Το καλοκαίρι δεν τελειώνει στα λιμάνια, ούτε στους σταθμούς. Δεν λήγει με το εισιτήριο που σκίζεται, ούτε όταν δένει το πλοίο. Τελειώνει τη στιγμή που ξαναρχίζουμε να μετράμε τις μέρες με εκκρεμότητες αντί για αστέρια και φεγγάρια. Όταν ο ρυθμός των κυμάτων αντικαθίσταται από τον ρυθμό των ειδοποιήσεων. Όταν το «θα δούμε αύριο» ξαναγίνεται «πρέπει σήμερα».