Άρθρο του Φώτη Αλεξόπουλου*
Πόσες φορές την ημέρα ακούμε την λέξη ανάπτυξη; – Τι εννοούμε με τον Όρο Ανάπτυξη;
Σίγουρα πάντως, η ανάπτυξη μιας χώρας δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των νέων οικοδομών, των τουριστικών καταλυμάτων, των επενδύσεων ή των επισκεπτών. Η πραγματική ανάπτυξη είναι εκείνη που δημιουργεί εισόδημα και θέσεις εργασίας, χωρίς ταυτόχρονα να υπονομεύει την ποιότητα ζωής των κατοίκων, να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους και να υπερβαίνει τις δυνατότητες των τοπικών υποδομών.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Η τουριστική ανάπτυξη και η αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης. Δεν μπορούν, όμως, να προχωρούν ανεξάρτητα από τις πραγματικές αντοχές των τοπικών κοινωνιών και των δικτύων κοινής ωφέλειας.
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα έντονο σε περιοχές που γνωρίζουν μεγάλη τουριστική και οικιστική πίεση. Νέες κατοικίες, τουριστικές μονάδες, πισίνες, επιχειρήσεις και αυξημένες ανάγκες κατανάλωσης νερού δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα. Όταν όμως οι υποδομές ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτροδότησης, διαχείρισης απορριμμάτων και οδικής πρόσβασης παραμένουν σχεδιασμένες για έναν πολύ μικρότερο πληθυσμό, τότε η ανάπτυξη κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράγοντα υποβάθμισης.
Είναι σαφές ότι για κάθε νέα οικοδομική δραστηριότητα συνεπάγεται πρόσθετη ζήτηση για δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες. Μια νέα κατοικία χρειάζεται νερό, αποχέτευση, ηλεκτρική ενέργεια, οδική πρόσβαση και αποκομιδή απορριμμάτων. Μια τουριστική εγκατάσταση μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτές τις ανάγκες, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.
Επομένως, η πολεοδομική ανάπτυξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα έκδοσης οικοδομικών αδειών. Θα πρέπει να συνδέεται με τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής.
Πριν από την ανάπτυξη μιας περιοχής θα πρέπει να υπάρχει σαφής απάντηση σε ένα απλό ερώτημα: Μπορούν οι υφιστάμενες υποδομές να εξυπηρετήσουν τον πληθυσμό που πρόκειται να δημιουργηθεί;
Εάν η απάντηση είναι όχι, τότε η πολιτεία και η αυτοδιοίκηση οφείλουν πρώτα να σχεδιάσουν και να χρηματοδοτήσουν τις αναγκαίες υποδομές και στη συνέχεια να επιτρέψουν την περαιτέρω επιβάρυνση της περιοχής.
Δεν είναι λογικό να αυξάνεται ο δομημένος χώρος και μετά να αναζητούμε πώς θα εξασφαλιστεί το νερό, πώς θα λειτουργήσει η αποχέτευση ή πού θα καταλήξουν τα απορρίμματα.
Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η κλιματική αλλαγή, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και η αυξημένη τουριστική κατανάλωση δημιουργούν ήδη σημαντικές πιέσεις στους υδατικούς πόρους. Σε ορισμένες περιοχές, μάλιστα, η ζήτηση κατά την τουριστική περίοδο μπορεί να πολλαπλασιάζεται σε σχέση με τον χειμώνα.
Δεν μπορεί όμως η τουριστική ανάπτυξη να έχει ως αποτέλεσμα οι μόνιμοι κάτοικοι να αντιμετωπίζουν προβλήματα υδροδότησης.
Η πρόσβαση σε ασφαλές και επαρκές πόσιμο νερό αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την αξιοπρεπή διαβίωση. Δεν είναι δυνατόν μια περιοχή να φιλοξενεί ολοένα και περισσότερες τουριστικές εγκαταστάσεις, ενώ ταυτόχρονα οι κάτοικοί της να αντιμετωπίζουν διακοπές νερού ή περιορισμούς στην καθημερινή τους κατανάλωση.
Αυτό δεν αποτελεί βιώσιμη ανάπτυξη. Αποτελεί μεταφορά του κόστους της ανάπτυξης στην ίδια την τοπική κοινωνία.
Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι ποιος επωμίζεται το πραγματικό κόστος της ανάπτυξης.
Ο επενδυτής μπορεί να δημιουργήσει μια νέα τουριστική μονάδα. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να αξιοποιήσει ένα ακίνητο. Η τοπική οικονομία μπορεί να εισπράξει πρόσθετα έσοδα.
Όμως, εάν για να εξυπηρετηθεί αυτή η ανάπτυξη απαιτούνται νέα δίκτυα ύδρευσης, αναβαθμίσεις βιολογικών καθαρισμών, νέες υποδομές αποχέτευσης, ενίσχυση της ηλεκτροδότησης, περισσότερο προσωπικό καθαριότητας και μεγαλύτερη διαχείριση απορριμμάτων, τότε το κόστος δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στον Δήμο και στους φορολογούμενους πολίτες.
Η ανάπτυξη πρέπει να συνοδεύεται από την αντίστοιχη συμμετοχή στη δημιουργία και αναβάθμιση των υποδομών που απαιτεί.
Χρειάζεται, επομένως, μια νέα αντίληψη: καμία σημαντική ανάπτυξη χωρίς αντίστοιχο σχέδιο υποδομών και χωρίς τεκμηριωμένη αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας της περιοχής.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται λιγότερο τουρισμό. Χρειάζεται καλύτερο και πιο βιώσιμο τουρισμό.
Ο στόχος δεν μπορεί να είναι απλώς η αύξηση του αριθμού των επισκεπτών. Πρέπει να είναι η αύξηση της Προστιθέμενης αξίας του τουρισμού, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ενίσχυση των τοπικών οικονομιών.
Ένας προορισμός που καταστρέφει το φυσικό του κεφάλαιο για να προσελκύσει περισσότερους επισκέπτες υπονομεύει το ίδιο το τουριστικό του προϊόν.
Οι παραλίες, τα δάση, οι υδάτινοι πόροι, τα τοπία, η γεωργική γη και οι παραδοσιακοί οικισμοί δεν είναι ανεξάντλητοι πόροι. Αποτελούν κεφάλαιο που πρέπει να προστατευθεί για τις επόμενες γενιές.
Η χώρα χρειάζεται έναν νέο κανόνα στον χωρικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό:
Κάθε περιοχή θα πρέπει να διαθέτει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που να καταγράφει:
την πραγματική δυναμικότητα των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης,
τη διαθεσιμότητα και βιωσιμότητα των υδατικών πόρων,
τη δυναμικότητα των μονάδων επεξεργασίας λυμάτων,
τις δυνατότητες διαχείρισης απορριμμάτων,
την ενεργειακή επάρκεια,
την κυκλοφοριακή ικανότητα του οδικού δικτύου,
την περιβαλλοντική φέρουσα ικανότητα,
και τον μέγιστο πληθυσμό που μπορεί να εξυπηρετήσει με ασφάλεια η περιοχή.
Μόνο μέσα από έναν τέτοιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό μπορεί η ανάπτυξη να αποκτήσει πραγματικά βιώσιμο χαρακτήρα.
Ιδιαίτερη ευθύνη έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, αλλά δεν μπορεί να αφεθεί μόνη της να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός ανεξέλεγκτου αναπτυξιακού μοντέλου.
Οι Δήμοι γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών. Συχνά, όμως, καλούνται να διαχειριστούν αυξημένες ανάγκες χωρίς τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους και χωρίς επαρκή εργαλεία σχεδιασμού.
Η κεντρική διοίκηση, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι και οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να λειτουργούν με κοινό σχεδιασμό.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός μόνο Υπουργείου ή μιας μόνο υπηρεσίας. Είναι ζήτημα χωροταξίας, περιβάλλοντος, υποδομών, αυτοδιοίκησης, τουρισμού, υδάτων και οικονομικής πολιτικής ταυτόχρονα.
Η ανάπτυξη έχει αξία όταν βελτιώνει την ποιότητα ζωής.
Έχει αξία όταν δημιουργεί θέσεις εργασίας χωρίς να καταστρέφει το περιβάλλον.
Έχει αξία όταν αυξάνει τα εισοδήματα χωρίς να στερεί από τους κατοίκους βασικές υπηρεσίες.
Έχει αξία όταν αφήνει στις επόμενες γενιές περισσότερες δυνατότητες και όχι λιγότερους φυσικούς πόρους.
Γιατί τελικά η ανάπτυξη δεν πρέπει να μετριέται μόνο με το πόσα τετραγωνικά μέτρα χτίστηκαν ή πόσοι τουρίστες έφτασαν.
Πρέπει να μετριέται και με το πόσο νερό υπάρχει για όλους, πόσο καθαρό είναι το περιβάλλον, πόσο αντέχουν οι υποδομές και πόσο καλά ζουν οι άνθρωποι που κατοικούν μόνιμα στον τόπο.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα για την Ελλάδα του αύριο: να δημιουργήσουμε ανάπτυξη που δεν εξαντλεί τον τόπο, αλλά τον ενισχύει.
*Ο Φώτης Αλεξόπουλος είναι Οικονομολόγος – Πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου στην Σχολή Επιστημών Οικονομίας και Δημόσιας Διοίκησης με Μεταπτυχιακές Σπουδές Στα Εφηρμοσμένα Οικονομικά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και Δημόσια Διοίκηση