
Όταν το περιοδικό Forbes δημοσίευσε την πρώτη του λίστα με τους δισεκατομμυριούχους του πλανήτη το 1987, εμφανίστηκαν σε αυτήν μόνο 140 ονόματα. Η έκδοση του 2025 περιελάμβανε περισσότερα από 3.000 άτομα, με συνολική περιουσία 16 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Ακόμα και αν ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως η άνοδος της Κίνας και πάνω από τρεις δεκαετίες πληθωρισμού, πρόκειται για μια συντριπτική αύξηση τόσο στον αριθμό όσο και στη συνολική συγκέντρωση πλούτου. Η καθαρή περιουσία του Ίλον Μασκ, ο οποίος είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο τον Απρίλιο του 2025, εκτιμήθηκε στα 342 δισεκατομμύρια δολάρια – σε σύγκριση με 295 δισεκατομμύρια δολάρια για ολόκληρη την “τάξη” του 1987.
Παγκοσμίως, ο μέσος πλούτος του κορυφαίου 0,0001% του πληθυσμού αυξήθηκε κατά μέσο όρο 7,1% ετησίως μεταξύ 1987 και 2024, σε σύγκριση με το αντίστοιχο 3,2% για τον μέσο ενήλικα, σύμφωνα με τον Gabriel Zucman, καθηγητή οικονομικών στη Σχολή Οικονομικών του Παρισιού και του Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια.
“Η προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι να κάνουμε κάτι με τους υπερπλούσιους”, λέει ο Zucman. “Δεν είναι μόνο οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον πλανήτη, αλλά αποδεικνύεται ότι είναι και αυτοί που πληρώνουν τον λιγότερο φόρο”, προσθέτει χαρακτηριστικά.
Αλλά όταν πρόκειται για φόρους στους πλουσίους, η απόκτηση των “περισσότερων φτερών με το λιγότερο δυνατό ξεπουπούλιασμα”, σύμφωνα με την αναλογία του Jean-Baptiste Colbert για το μάδημα της χήνας, είναι πιο εύκολη στα λόγια παρά στην πράξη.
Οι φόροι εισοδήματος και οι ασφαλιστικές εισφορές, μαζί με τους φόρους πωλήσεων, είθισται να είναι οι κύριοι τρόποι είσπραξης εσόδων στις αναπτυγμένες χώρες. Ωστόσο, αυτοί δεν αφορούν τον κεφαλαιακό πλούτο των υπερπλουσίων, ο οποίος συχνά συγκεντρώνεται σε ακίνητα, επενδύσεις ή μετοχές σε επιχειρήσεις.
Η ιστορική αναδρομή στους φόρους περιουσίας, μας παρέχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, περίπου οι μισές χώρες του ΟΟΣΑ επέβαλαν ετήσιο φόρο καθαρής περιουσίας στους πλουσιότερους κατοίκους τους. Σήμερα, στην Ευρώπη μόνο η Ισπανία, η Νορβηγία και η Ελβετία τους διατηρούν – και συγκεντρώνουν σχετικά μικρά ποσά.
Ακόμη και οι χώρες που διατηρούν τους φόρους περιουσίας εξετάζουν τις κινήσεις τους. Ενώ ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες αναζητούν τρόπους για να αποκομίσουν περισσότερα φορολογικά έσοδα από τους εύπορους, άλλες τους στρώνουν το κόκκινο χαλί με νέα δημοσιονομικά καθεστώτα.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ιταλία έχουν δει εισροή πλούσιων ανθρώπων, ενώ στις ΗΠΑ, όπου οι φόροι περιουσίας είναι ήδη σχετικά χαμηλοί, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει ένα πρόγραμμα χρυσής βίζας ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο León Fernando Del Canto, Ισπανός δικηγόρος και δικαστικός στο Λονδίνο, έγραψε πρόσφατα στο Tax Journal ότι για τις περισσότερες δημοκρατικές κυβερνήσεις, η επιλογή μεταξύ φορολόγησης της ιδιωτικής περιουσίας και περικοπής ουσιαστικών υπηρεσιών “δεν είναι πια μόνο ένα οικονομικό δίλημμα – είναι μια πολιτική και ηθική αναμέτρηση για τις ίδιες”.
“Η ιδέα ότι τα “δίχτυα ασφαλείας” για αναπήρους ή ηλικιωμένους θα πρέπει να θυσιαστούν, ενώ τεράστιες δεξαμενές αφορολόγητου πλούτου παραμένουν ανέγγιχτες, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αιτιολογηθεί”.
Για να αντιμετωπιστεί αυτό, ο Zucman έχει προτείνει έναν παγκόσμιο φόρο 2%, που να επιβάλλεται ετησίως σε εκείνους με συνολικό πλούτο άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων, περιλαμβάνοντας σε αυτόν περιουσιακά στοιχεία όπως ακίνητα, συμμετοχές σε εταιρείες και μεγάλες μετοχικές θέσεις.
“Δεν μπορείς να σκεφτείς πιο στοχευμένο μέτρο από αυτό για να προσπαθήσεις να αυξήσεις τους φόρους τους”, σημειώνει, προσθέτοντας ότι οι πρόοδοι στη φορολογική διαφάνεια, ο τερματισμός του τραπεζικού απορρήτου και η ανταλλαγή οικονομικών πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών σημαίνουν ότι είναι πλέον πιο δύσκολο για τους πλούσιους να κρύψουν τον πλούτο τους.
Αλλά για τις ευρωπαϊκές χώρες ειδικότερα, που αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και των αυξημένων αμυντικών δαπανών, το ζήτημα του ποιος θα φορολογηθεί και πώς, είναι απίθανο να υποχωρήσει, όσο περίπλοκα κι αν είναι τα τεχνικά ζητήματα.
Ο Stuart Adam, ανώτερος οικονομολόγος στο IFS, λέει: “Αν καταφέρναμε να κάνουμε την οικονομία να αναπτυχθεί λίγο, αυτό θα έκανε τη ζωή πολύ πιο εύκολη [για τις κυβερνήσεις], καθώς η έλλειψη ανάπτυξης και η γήρανση του πληθυσμού την κάνουν όντως πιο δύσκολη”.
Αλλά τα τεράστια περιουσιακά στοιχεία των πλουσίων παραμένουν ένας δελεαστικός στόχος, και ο Saint-Amans παρατηρεί ότι οι τάξεις των υπερπλουσίων είναι διευρυμένες σήμερα, σε σχέση με τα ιστορικά δεδομένα.
“Οι άνθρωποι που μετά από 100 χρόνια θα κοιτάζουν πίσω στη σημερινή εποχή, θα πουν: “Αυτοί οι άνθρωποι ήταν τρελοί, άφησαν έναν αριθμό ανθρώπων να γίνουν εξαιρετικά πλούσιοι, κατέχοντας όχι δισεκατομμύρια αλλά εκατοντάδες δισεκατομμύρια”.
“Μερικά άτομα ελέγχουν τον πλανήτη και αυτό είναι λάθος.”
Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους Financial Times