Το ξάσιμο του μαλλιού: μια τέχνη που μύριζε κόπο και ανθρωπιά

Το μαλλί πρώτα πλενόταν στο ποτάμι ή στη στέρνα. Το χτυπούσαν με ξύλινες ρόπαλες, το πατούσαν με τα πόδια, ώσπου να φύγουν η λίγδα, η κοπριά και τα αγκάθια. Ύστερα το άπλωναν πάνω σε θάμνους και πέτρες να στεγνώσει στον ήλιο. Όλο το χωριό μύριζε πρόβειο μαλλί.

Το άνοιγμα με τα χέρια

Όταν το μαλλί στέγνωνε, μαζεύονταν οι γυναίκες στις αυλές. Καθισμένες στο χώμα ή σε χαμηλά σκαμνάκια, έπαιρναν τούφα-τούφα το μαλλί και το «άνοιγαν» με τα δάχτυλα. Έβγαζαν αγκάθια, σπόρους και πετραδάκια. Ήταν δουλειά μονότονη και κουραστική, που κρατούσε ώρες ατέλειωτες.

Το ξάσιμο με τα λανάρια

Εδώ βρισκόταν όλη η τέχνη. Τα λανάρια ήταν δύο ξύλινες σανίδες με πυκνά συρμάτινα δόντια, σαν μεγάλες βούρτσες.

Έβαζαν μια τούφα μαλλί στο ένα λανάρι και με το άλλο το χτένιζαν, το τραβούσαν και το ξεμπέρδευαν. Η ίδια κίνηση επαναλαμβανόταν πέντε ή έξι φορές. Ο χαρακτηριστικός ήχος ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά: «ξρρρ – ξρρρ». Από εκεί βγήκε και η λέξη «ξάσιμο».

Σιγά-σιγά το μαλλί γινόταν αφράτο σαν σύννεφο, με τις ίνες του παράλληλες και έτοιμες για το αδράχτι. Τότε το έλεγαν «τουλούπα».

Το γνέσιμο

Μετά το ξάσιμο ακολουθούσε το γνέσιμο. Με τη ρόκα και το αδράχτι το μαλλί γινόταν κλωστή. Από αυτήν έφτιαχναν κάλτσες, σεγκούνια, φλοκάτες και τα υφαντά της προίκας.

Η κοινωνική πλευρά

Το ξάσιμο δεν ήταν μοναχική δουλειά. Ήταν πράξη αλληλοβοήθειας και συντροφικότητας. Πέντε ή έξι γειτόνισσες μαζεύονταν κάθε φορά στο σπίτι της μίας και την επόμενη μέρα στο σπίτι της άλλης.

Εκεί αντάλλασσαν νέα, έλεγαν παραμύθια, τραγουδούσαν και μιλούσαν για έρωτες «γλυκά χαμογελώντας». Η δουλειά γινόταν πιο ελαφριά όταν μοιραζόταν. Στο τέλος υπήρχε πάντα καφές και γλυκό του κουταλιού, ενώ τα παιδιά έπαιζαν γύρω τους με τις τούφες του μαλλιού.

Μια τέχνη που χάθηκε

Στη σημερινή εποχή, με τα εργοστάσια και τα συνθετικά υφάσματα, το ξάσιμο σχεδόν έσβησε. Ποιος κάθεται πλέον να ξαίνει μαλλί με τα χέρια; Τα λανάρια κρέμονται σήμερα σε λαογραφικά μουσεία, μαζί με τις μνήμες μιας άλλης εποχής.

Το ξάσιμο μύριζε κόπο. Μύριζε όμως και ανθρωπιά.

Γιατί το μαλλί το ξαίνανε μαζί — όπως μοιράζονταν τον χρόνο, τον καφέ, τη χαρά και τον πόνο.