Η ιστορία των Νόμπελ φαίνεται πως δεν είναι μόνο η ιστορία των βραβευμένων.

Κάθε χρόνο, τα βραβεία Νόμπελ τιμούν επιστήμονες που, σύμφωνα με τη διαθήκη του Άλφρεντ Νόμπελ, έχουν προσφέρει «το μεγαλύτερο όφελος στην ανθρωπότητα». Οι νικητές αποκτούν ένα χρυσό μετάλλιο, ένα σημαντικό χρηματικό έπαθλο και, κυρίως, μια μόνιμη θέση στην ιστορία της επιστήμης.

Πίσω από πολλές από τις σημαντικότερες επιστημονικές ανακαλύψεις υπάρχουν ερευνητές που δεν τιμήθηκαν ποτέ. Κάποιοι δεν αναγνωρίστηκαν έγκαιρα, άλλοι πέθαναν πριν προλάβουν να λάβουν το βραβείο, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια η φύση της επιστημονικής έρευνας έκανε δύσκολη την επιλογή των νικητών. Άλλωστε, ένα Νόμπελ μπορεί να μοιραστεί μεταξύ το πολύ τριών ανθρώπων.

Ακολουθούν έξι σημαντικές περιπτώσεις από τον χώρο της Φυσιολογίας και της Ιατρικής, όπως τις παρουσιάζει το περιοδικό Science.

1. Το DNA ως φορέας της κληρονομικότητας

Οι Τζέιμς Γουάτσον και Φράνσις Κρικ έμειναν στην ιστορία για την ανακάλυψη της δομής της διπλής έλικας του DNA. Το 1962 μοιράστηκαν το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής με τον Μόρις Γουίλκινς. (Η Rosalind Franklin, η οποία επίσης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, είχε πεθάνει τέσσερα χρόνια νωρίτερα.)
Όμως η ιστορία του DNA είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα

Το 1944, ο μικροβιολόγος Όσβαλντ Έιβερι, μαζί με τους Κόλιν ΜακΛέοντ και Μακλίν ΜακΚάρτι, απέδειξαν ότι το DNA είναι το υλικό που μεταφέρει την κληρονομική πληροφορία. Εκείνη την εποχή πολλοί επιστήμονες πίστευαν ότι οι πρωτεΐνες ήταν πιθανότερο να αποτελούν τον φορέα της κληρονομικότητας, καθώς θεωρούνταν πολύ πιο σύνθετες από το DNA.

Οι ερευνητές μελετώντας βακτήρια κατέστρεφαν διαδοχικά το DNA, το RNA ή τις πρωτεΐνες τους. Όταν κατέστρεφαν το DNA, η διαδικασία με την οποία ένα βακτήριο μπορούσε να αποκτήσει νέα χαρακτηριστικά σταματούσε. Το συμπέρασμα ήταν καθοριστικό: το DNA ήταν το «μαγικό υλικό».

Ο Έιβερι προτάθηκε αρκετές φορές για Νόμπελ, αλλά δεν το κέρδισε ποτέ. Πέθανε το 1955, δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση της δομής του DNA από τους Γουάτσον και Κρικ.

2. Η βιολογική βάση της μνήμης

Η Μπρέντα Μίλνερ θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της νευροψυχολογίας. Η έρευνά της απέδειξε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν αποτελεί ένα ενιαίο σύστημα.
Η σημαντικότερη δουλειά της ξεκίνησε με τη μελέτη ενός ασθενούς που έγινε γνωστός ως H.M. Ο άνδρας είχε σοβαρή επιληψία και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρέθηκε μέρος του ιππόκαμπου.

Μετά την επέμβαση ο H.M. δεν μπορούσε να δημιουργήσει νέες συνειδητές αναμνήσεις. Ωστόσο, η Μίλνερ παρατήρησε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: μπορούσε να βελτιώνεται σε μια συγκεκριμένη δεξιότητα μέσα από την εξάσκηση, παρότι δεν θυμόταν ότι είχε προηγουμένως εξασκηθεί.
Η ανακάλυψη απέδειξε ότι υπάρχουν διαφορετικά είδη μνήμης και ότι ο ιππόκαμπος έχει κρίσιμο ρόλο στη δημιουργία νέων αναμνήσεων, ενώ άλλες μορφές μάθησης βασίζονται σε διαφορετικά εγκεφαλικά συστήματα.

Η Μίλνερ συνέχισε να εργάζεται για δεκαετίες και τιμήθηκε με πολλές σημαντικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων και το Βραβείο Kavli στη Νευροεπιστήμη, όταν ήταν σε ηλικία 93 ετών, μαζί με τον John O’Keefe που υπήρξε φοιτητής της. Παρόλα αυτά, δεν έλαβε ποτέ Νόμπελ. Έναν μήνα μετά τη βράβευση με το Kavli, ο O’Keefe κέρδισε το βραβείο Νόμπελ, μαζί με δύο άλλους ερευνητές, για τις ανακαλύψεις τους σχετικά με μια άλλη λειτουργία του ιππόκαμπου: τον ρόλο του ως GPS του εγκεφάλου.

3. Η ανακάλυψη των βλαστοκυττάρων

Η σύγχρονη έρευνα των βλαστοκυττάρων έχει τις ρίζες της στις εργασίες των Τζέιμς Τιλ και Έρνεστ ΜακΚάλοχ.

Στη δεκαετία του 1960, οι δύο επιστήμονες μελέτησαν κύτταρα του μυελού των οστών σε ποντίκια. Χρησιμοποιώντας ακτινοβολία για να προκαλέσουν χαρακτηριστικές βλάβες στο DNA, μπορούσαν να παρακολουθήσουν την πορεία συγκεκριμένων κυττάρων μετά τη μεταμόσχευσή τους.

Παρατήρησαν ότι στον σπλήνα των ποντικών δημιουργούνταν όζοι που περιείχαν διαφορετικούς τύπους κυττάρων του αίματος. Το σημαντικότερο ήταν ότι τα κύτταρα κάθε όζου είχαν το ίδιο χαρακτηριστικό μοτίβο βλάβης στο DNA. Αυτό έδειχνε ότι προέρχονταν από ένα αρχικό κύτταρο.

Ήταν η πρώτη σαφής απόδειξη της ύπαρξης βλαστοκυττάρων.

Η ανακάλυψη έθεσε τα θεμέλια για έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο που σήμερα συνδέεται με την αναγεννητική ιατρική, τις μεταμοσχεύσεις και τη θεραπεία ασθενειών.
Παρότι το 2012 απονεμήθηκε Νόμπελ στους Τζον Γκέρντον και Σίνια Γιαμανάκα για σημαντικές ανακαλύψεις στον ίδιο τομέα, οι Τιλ και ΜακΚάλοχ δεν τιμήθηκαν ποτέ. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι η εξέλιξη της έρευνας των βλαστοκυττάρων βασίστηκε σε πολλές διαφορετικές ομάδες επιστημόνων, ενώ το Νόμπελ περιορίζεται σε τρία πρόσωπα.

4. Πώς επικοινωνούν τα κύτταρα

Τα κύτταρα του οργανισμού επικοινωνούν συνεχώς μεταξύ τους. Εξωτερικά σήματα μπορούν να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς στο εσωτερικό ενός κυττάρου, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, τη διαίρεση και τη λειτουργία του.
Ο κυτταρικός βιολόγος Τόνι Πόσον έκανε μια θεμελιώδη ανακάλυψη σχετικά με αυτόν τον μηχανισμό.

Μελετώντας ειδικούς υποδοχείς στην επιφάνεια των κυττάρων ανακάλυψε τη σημασία μιας δομικής περιοχής πρωτεϊνών που ονόμασε SH2. Η περιοχή αυτή λειτουργεί σαν μοριακός «μαγνήτης», προσελκύοντας συγκεκριμένες πρωτεΐνες στους ενεργοποιημένους υποδοχείς.

Η ανακάλυψη βοήθησε τους επιστήμονες να κατανοήσουν πώς ένα εξωτερικό σήμα μετατρέπεται σε μια αλυσιδωτή αντίδραση μέσα στο κύτταρο.
Η σημασία της ήταν τεράστια για την έρευνα του καρκίνου και άλλων ασθενειών. Πολλά σύγχρονα αντικαρκινικά φάρμακα στοχεύουν μονοπάτια κυτταρικής σηματοδότησης που σχετίζονται με αυτούς τους μηχανισμούς.

Ο Πόσον θεωρούνταν πιθανός υποψήφιος για Νόμπελ, όμως πέθανε το 2013, σε ηλικία μόλις 60 ετών.

5. Ο πραγματικός ρόλος των νευρογλοιακών κυττάρων

Για πολλά χρόνια οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι τα νευρογλοιακά κύτταρα του εγκεφάλου είχαν κυρίως υποστηρικτικό ρόλο, λειτουργώντας περίπου ως «σκελετός» για τους νευρώνες.

Ο νευροβιολόγος Μπεν Μπαρς συνέβαλε καθοριστικά στην ανατροπή αυτής της αντίληψης.

Ανέπτυξε τεχνικές που επέτρεψαν τη μελέτη διαφορετικών τύπων εγκεφαλικών κυττάρων και απέδειξε ότι τα νευρογλοιακά κύτταρα συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία του εγκεφάλου.
Το 2005 έδειξε ότι τα αστροκύτταρα, ένας τύπος νευρογλοιακών κυττάρων, συμβάλλουν στη δημιουργία των συνάψεων, δηλαδή των συνδέσεων μεταξύ των νευρώνων. Αργότερα απέδειξε ότι αστροκύτταρα και μικρογλοία συμμετέχουν και στην απομάκρυνση συνάψεων που δεν είναι πλέον απαραίτητες.

Οι ανακαλύψεις του άλλαξαν την εικόνα των επιστημόνων για το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος.
Ο Μπαρς πέθανε το 2017 σε ηλικία 63 ετών, χωρίς να λάβει Νόμπελ.

6. Το Ανθρώπινο Γονιδίωμα

Το 1990 ξεκίνησε ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά εγχειρήματα στην ιστορία: το Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος.

Στόχος ήταν η αποκωδικοποίηση περίπου 3 δισεκατομμυρίων ζευγών βάσεων του ανθρώπινου DNA. Χιλιάδες επιστήμονες από πολλές χώρες συνεργάστηκαν για να ολοκληρώσουν το έργο.
Παράλληλα, ο γενετιστής Κρεγκ Βέντερ ξεκίνησε μια ιδιωτική προσπάθεια μέσω της Celera Genomics, χρησιμοποιώντας διαφορετικές και ταχύτερες τεχνικές αλληλούχησης. Για ένα διάστημα οι δημόσιες και ιδιωτικές ομάδες βρίσκονταν σε έντονο ανταγωνισμό.

Το 2000, όμως, ανακοίνωσαν από κοινού ότι είχαν ολοκληρώσει ένα πρώτο «προσχέδιο» του ανθρώπινου γονιδιώματος. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν το 2001 και αποτέλεσαν τεράστιο ορόσημο για τη βιολογία.
Η γνώση του ανθρώπινου γονιδιώματος επέτρεψε στους επιστήμονες να εντοπίσουν γονίδια που σχετίζονται με ασθένειες, να κατανοήσουν γενετικές παραλλαγές και να αναζητήσουν νέους στόχους για φάρμακα.
Ωστόσο, χιλιάδες επιστήμονες συμμετείχαν στο εγχείρημα. Έτσι, το ερώτημα «ποιοι τρεις αξίζουν το Νόμπελ;» δεν είχε εύκολη απάντηση.

Η επιστήμη δεν χωρά πάντα σε ένα βραβείο

Οι έξι αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι τα Νόμπελ, όσο σημαντικά και αν είναι, δεν αποτελούν τον απόλυτο κατάλογο ανθρώπων που άλλαξαν την επιστήμη.

Ορισμένοι επιστήμονες πέθαναν πριν προλάβουν να βραβευτούν, άλλοι εργάστηκαν σε πεδία όπου η πρόοδος ήταν αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και άλλοι δεν αναγνωρίστηκαν εγκαίρως.
Το βραβείο Νόμπελ έχει συχνά επικριθεί επειδή προβάλλει την επιστημονική πρόοδο ως μια «στιγμή αποκάλυψης» ή «εύρηκα», με αποτέλεσμα να παραλείπονται επιστήμονες με τεράστια επιρροή.

Από την ανακάλυψη του DNA και των βλαστοκυττάρων μέχρι την κατανόηση της μνήμης, του εγκεφάλου, της κυτταρικής επικοινωνίας και του ανθρώπινου γονιδιώματος, η ιστορία δείχνει ότι η επιστημονική επιρροή δεν μετριέται πάντα με ένα μετάλλιο.

Σε πολλές περιπτώσεις, η πραγματική ανταμοιβή είναι ότι μια ανακάλυψη γίνεται η βάση πάνω στην οποία «χτίζουν» οι επόμενες γενιές της επιστήμης.

dnews.gr