Περισσότερα από 1000 αρχαιολογικά ευρήματα και τα αρχεία μιας κατάσχεσης του 1944 ρίχνουν φως στις πολύπλευρες σχέσεις Ελλήνων και Γερμανών αρχαιολόγων. Τι περιλαμβάνει η διπλή έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο.

Μια αττική λευκή λήκυθος, με τις λεπτές ζωγραφικές παραστάσεις της και τα ίχνη του χρόνου στην επιφάνειά της, βρίσκεται μέσα σε μια γυάλινη προθήκη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ). Το αρχαίο αγγείο, που συνδέεται με τα ταφικά έθιμα της αρχαιότητας, έχει να αφηγηθεί και μια πολύ νεότερη ιστορία. Μια ιστορία που συνδέεται με τις αρχαιολογικές συλλογές του Μεσοπολέμου, τη γερμανική Κατοχή και την κατάσχεση της περιουσίας του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (DAI) το 1944.

Η ταύτισή της έγινε χάρη σε δύο παλιές φωτογραφίες, του 1927 και του 1929, που διασώζονται στο φωτογραφικό αρχείο του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Η λήκυθος ανήκε σε μια ομάδα αγγείων που φωτογραφήθηκαν τη δεκαετία του 1920 σε μουσεία, ιδιωτικές συλλογές και αρχαιοπωλεία, πιθανότατα με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Ινστιτούτου, Ερνστ Μπούσορ. Καθώς ο τελευταίος είχε πουλήσει αργότερα στην Συλλογή Αρχαιοτήτων του Μονάχου μια άλλη λήκυθο της ίδιας φωτογραφικής ομάδας, θεωρείται πιθανό ότι και το συγκεκριμένο αγγείο είχε περιέλθει στην κατοχή του.

Πώς όμως βρέθηκαν πριν από τον πόλεμο αρχαιότητες σαν αυτή στη συλλογή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου ή στην ιδιωτική κατοικία του τελευταίου προπολεμικού διευθυντή του, Βάλτερ Βρέντε, ο οποίος υπήρξε παράλληλα επικεφαλής της οργάνωσης του ναζιστικού κόμματος στην Ελλάδα; Από ποιες συλλογές προέρχονταν, με ποιον τρόπο αποκτήθηκαν και ποια ήταν η διαδρομή τους μέχρι την κατάσχεση του 1944;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που επιχειρεί να φωτίσει η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», η οποία εγκαινιάστηκε τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, ανήμερα της 82ης επετείου από την απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Από την έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» ©Leonidas Panagopoulos

Η έρευνα πίσω από την έκθεση

Η έκθεση αποτελεί την κατάληξη του κοινού ερευνητικού προγράμματος «Διχασμένο παρελθόν – η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο» ανάμεσα στο ΕΑΜ και το DAI, που ξεκίνησε το 2024 με διάρκεια δύο χρόνων και στόχο τη συστηματική διερεύνηση της προέλευσης των αρχαιοτήτων που είχαν κατασχεθεί από το DAI μετά την Κατοχή. Πρόκειται για περισσότερα από 1.000 αρχαιολογικά τεμάχια, από τα οποία πάνω από 900 είναι θραύσματα αγγείων και παρέμεναν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Με χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Διατήρησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, οι ερευνητές κατέγραψαν, φωτογράφησαν και ψηφιοποίησαν το υλικό, επιχειρώντας να ανασυνθέσουν τη διαδρομή κάθε αντικειμένου μέσα από αρχεία, καταλόγους και φωτογραφικές μαρτυρίες.

Στην έκθεση παρουσιάζονται τα αποτελέσματα αυτής της εργασίας, αλλά και τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το επεξηγηματικό κείμενο με τίτλο «Το αρχαιολογικό υλικό της κατάσχεσης», το οποίο παραθέτουμε εδώ:

Το αρχαιολογικό υλικό της κατάσχεσης

«Περιλαμβάνει περίπου 1.000 αντικείμενα, τα περισσότερα από τα οποία είναι θραύσματα αγγείων. Βασικό ερευνητικό ερώτημα αποτέλεσε η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο τα αντικείμενα αυτά κατέληξαν στο DAI Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του ερευνητικού προγράμματος, κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η προέλευση πολλών από αυτά.

Αμέσως μετά την ίδρυση του DAI Αθηνών, άρχισε η συλλογή θραυσμάτων κεραμικής για σκοπούς τεκμηρίωσης. Από το 1888 έως το 1899, ο τότε υποδιευθυντής του Ινστιτούτου, Paul Wolters, συνέταξε έναν κατάλογο των αρχαιοτήτων του Ινστιτούτου με 47 εγγραφές που αφορούν συνολικά περίπου 250 αντικείμενα.

Όταν οι ιδιωτικές αρχαιολογικές συλλογές έπρεπε να δηλωθούν σύμφωνα με τη νέα αρχαιολογική νομοθεσία του 1899, ο Wilhelm Dörpfeld υπέβαλε το 1900 έναν κατάλογο μόνο με τα σχεδόν ακέραια αντικείμενα: έξι λίθινα κι ένα αγγείο.

Από την έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» ©LeonidasPanagopoulos

Πολλοί Γερμανοί αρχαιολόγοι, όπως ο Georg Karo, διέθεταν ιδιωτικές συλλογές, οι οποίες συνήθως αποτελούνταν είτε από αντικείμενα που είχαν συλλέξει οι ίδιοι, είτε από αγορές από το εμπόριο αρχαιοτήτων. Ορισμένα αντικείμενα από τέτοιες ιδιωτικές συλλογές κατέληξαν στη Συλλογή Αρχαιοτήτων του DAI Αθηνών. Άλλα περιήλθαν στο Ινστιτούτο μέσω κληροδοτήματος, όπως η συλλογή του επιγραφικού Hans von Prott, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας αποτελούνταν από ενεπίγραφες λαβές αμφορέων.

Ορισμένα ακέραια αγγεία πρέπει να αποκτήθηκαν από την ελληνική αγορά έργων τέχνης ήδη από τη δεκαετία του 1930, ενδεχομένως κατόπιν παραγγελίας Γερμανών συλλεκτών, και απλώς αποθηκεύτηκαν προσωρινά στο Ινστιτούτο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι Διευθυντές και προσωπικό του Ινστιτούτου δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά αρχαιοτήτων, ενίοτε για λογαριασμό των ναζί, όπως του στρατάρχη Herman Göring, του στρατάρχη Wilhelm List και του πρίγκιπα Philipp von Hessen. Δεν είναι μέχρι στιγμής γνωστό, αν και ποιες συγκεκριμένες αγορές προέκυψαν από αυτήν τη δράση.

Με τη συστηματοποίηση των αναγνωριστικών αρχαιολογικών ερευνών από το 1921 μέχρι το 1944 έφτασαν στο Ινστιτούτο μεγάλα σύνολα οστράκων κεραμικής, ιδίως από αρχαιολογικές θέσεις της Αττικής, της Αργολίδας, της Βοιωτίας και της Κορινθίας.»

Από την επιστημονική συνεργασία στη ρήξη

Η έκθεση διηγείται την ιστορία των κατασχεμένων αντικειμένων και παρακολουθεί και τις σχέσεις του ΕΑΜ και του DAI, που είχαν αναπτύξει στενούς επιστημονικούς δεσμούς ήδη από τον 19ο αιώνα.

«Επί δεκαετίες, Έλληνες και Γερμανοί αρχαιολόγοι μοιράζονταν τα ίδια τραπέζια μελέτης σ’ αυτό το μουσείο», υπενθύμισε κατά την ομιλία του στα εγκαίνια ο γενικός διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Κωνσταντίνος Νικολέντζος.

Αρχαιολόγοι, συντηρητές, νομισματολόγοι και ανθρωπολόγοι συνεργάζονταν για τη μελέτη ευρημάτων από τις γερμανικές ανασκαφές στην Ελλάδα, ενώ πολλοί Έλληνες αρχαιολόγοι είχαν σπουδάσει σε γερμανικά πανεπιστήμια. Ακόμη και κατά την απόκρυψη των αρχαιοτήτων, λίγο πριν από τον πόλεμο και κατά την έναρξή του, Γερμανοί και Αυστριακοί αρχαιολόγοι συνέδραμαν τους Έλληνες συναδέλφους τους στην προσπάθεια προστασίας των συλλογών.

Από την έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» ©LeonidasPanagopoulos

Η γερμανική εισβολή ανέτρεψε βίαια αυτές τις σχέσεις. «Όταν όμως εισήλθαν στη χώρα μας ως κατακτητές, οι άλλοτε φίλοι και συνάδελφοι, όλα άλλαξαν», τόνισε ο Κωνσταντίνος Νικολέντζος. Οι επιστημονικοί δεσμοί δοκιμάστηκαν από την Κατοχή, ενώ ο τότε διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Χρήστος Καρούζος, και η σύζυγός του, αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, παραιτήθηκαν από μέλη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Ο γενικό διευθυντής του ΕΑΜ περιέγραψε την αντίθεση που διατρέχει την έκθεση ως ένα δίπολο: «Ειρήνη, συνεργασία, πόλεμος, διάλυση, πόνος». Η ειρηνική συνύπαρξη και η επιστημονική ανταλλαγή έδωσαν τη θέση τους στον φόβο, στην πείνα, στην επιβολή και στην καταστροφή.

Η κατάσχεση του 1944

Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1944, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο πέρασε υπό ελληνική διαχείριση. Αρχαιότητες, βιβλία, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό κατασχέθηκαν από το Ινστιτούτο, ενώ ακολούθησε η κατάσχεση αντικειμένων από την ιδιωτική κατοικία του Βάλτερ Βρέντε στη Φιλοθέη.

Κιβώτιο κατάσχεσης ©Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Η διπλή ιδιότητα του Βρέντε, ως αρχαιολόγου και στελέχους του ναζιστικού κόμματος, αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις της σύνδεσης της αρχαιολογικής επιστήμης με το καθεστώς των ναζί.

Για τα επόμενα επτά χρόνια, το Ινστιτούτο βρέθηκε υπό την ευθύνη επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Παιδείας, στην οποία συμμετείχαν ο Χρήστος Καρούζος και ο έφορος της Συλλογής Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, Φοίβος Σταυρόπουλος.

Όπως εξήγησε στην ομιλία της η διευθύντρια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, Κάτια Σπορν, ο Καρούζος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του ιδρύματος. Παρά τις προτάσεις που είχαν διατυπωθεί ακόμη και για τη διάλυση ή την πώληση της ιστορικής βιβλιοθήκης και του πολύτιμου φωτογραφικού αρχείου, το Ινστιτούτο διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό ακέραιο.

Η Απελευθέρωση είχε αντιστρέψει τους ρόλους. Οι Γερμανοί αρχαιολόγοι χρειάζονταν πλέον την προστασία των Ελλήνων συναδέλφων τους για να διασωθεί το Ινστιτούτο και η περιουσία του. «Όμως οι πραγματικά βαθιές φιλίες δεν λησμονούνται», ανέφερε ο Κωνσταντίνος Νικολέντζος.

Ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις, το κτίριο παραδόθηκε το 1951 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ ακολούθησε η απόδοση των φωτογραφικών εκτυπώσεων και αρνητικών που είχαν μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και πάλι ο Καρούζος, τον οποίο συνέδεε μακροχρόνια φιλία με τον νέο διευθυντή του Ινστιτούτου, Εμίλ Κούντσε.

Η διευθύντρια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, Κάτια Σπορν και ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα Αντρέας Κιντλ ©Leonidas Panagopoulos

Οι «βιογραφίες» των αρχαιοτήτων

Δεν ακολούθησαν όλα τα αντικείμενα την ίδια πορεία. Ενώ το φωτογραφικό αρχείο και η βιβλιοθήκη αποδόθηκαν στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, μεγάλος αριθμός αρχαιοτήτων –;πάνω από 1.000 όπως προαναφέραμε – παρέμεινε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Κατά την περίοδο 2024–2026, τα αρχειακά τεκμήρια και οι αρχαιότητες καταγράφηκαν, φωτογραφήθηκαν, ψηφιοποιήθηκαν και καταχωρίστηκαν σε δίγλωσση βάση δεδομένων, στα ελληνικά και στα γερμανικά.

Η Κάτια Σπορν εξήγησε ότι στόχος της έρευνας ήταν η κατάρτιση των «βιογραφιών των αντικειμένων»: η ανασύνθεση της πορείας τους, ο εντοπισμός της αρχικής προέλευσής τους και η διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες είχαν περιέλθει στις συλλογές του Ινστιτούτου.

Άποψη της έκθεσης «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ©LeonidasPanagopoulos

Πολλά από αυτά τα ευρήματα δεν ξεχωρίζουν για την εμφάνισή τους. Ωστόσο, η αντιπαραβολή τους με φωτογραφίες, καταλόγους, έγγραφα και άλλα αρχειακά τεκμήρια επέτρεψε σε αρκετές περιπτώσεις να εντοπιστούν στοιχεία της προέλευσής τους που έως σήμερα παρέμεναν άγνωστα.

Η σημασία της έρευνας δεν εξαντλείται στην ταυτοποίηση των αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με την Κάτια Σπορν, τα ιστορικά έγγραφα της κατάσχεσης προσφέρουν μια πολύτιμη εμβάθυνση στο πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην επιστήμη, την πολιτιστική πολιτική και τα εθνικοσοσιαλιστικά δίκτυα.

Απόκρυψη αρχαιοτήτων ©Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Από την απόκρυψη των αγαλμάτων στη σημερινή έκθεση

Η έκθεση αναπτύσσεται σε δύο χώρους, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Στο Μουσείο, παλιές ξύλινες προθήκες φιλοξενούν αρχαιότητες, φωτογραφίες και αρχειακά τεκμήρια. Η αφήγηση περιλαμβάνει τη μακρά σχέση των δύο ιδρυμάτων, την απόκρυψη των αρχαιοτήτων το 1940–1941, τη λειτουργία του Μουσείου κατά τη διάρκεια της Κατοχής, την κατάσχεση του 1944 και τα αποτελέσματα της σύγχρονης έρευνας.

Στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η παρουσίαση φιλοξενείται στο φουαγιέ και στη βιβλιοθήκη, χώρους που συνδέονται με τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα. Εκεί το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη δραστηριότητα του Ινστιτούτου κατά την Κατοχή, στη συγκρότηση της αρχαιολογικής συλλογής του και στη μελέτη των οστράκων, με ειδικές αναφορές στην Αργολίδα και την Αττική.

Ο Κωνσταντίνος Νικολέντζος επέλεξε να ξεκινήσει την ομιλία του με μια εικόνα από το 1946. Τότε ο Γιώργος Σεφέρης είχε παρακολουθήσει στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο την ανάσυρση των αγαλμάτων που είχαν θαφτεί για να προστατευθούν από τον πόλεμο. Ο ποιητής περιέγραψε τη συγκλονιστική σκηνή ως «έναν αναστάσιμο χορό αναβιωμένων», καθώς τα αγάλματα αναδύονταν από το χώμα ύστερα από χρόνια.

Ογδόντα χρόνια αργότερα, η έκθεση δεν αναζητά μόνο όσα συνέβησαν στις αρχαιότητες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εξετάζει και την ιστορία των ανθρώπων που τις μελέτησαν, τις διαχειρίστηκαν, τις προστάτευσαν ή τις ενέταξαν στις συλλογές τους.

Αντιδράσεις

Η διοργάνωση συνδέεται με το διεθνές συνέδριο «Archaeology and Occupation. Greece 1941–1944», που θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα από τις 15 έως τις 17 Οκτωβρίου, διευρύνοντας τη συζήτηση για την αρχαιολογία και τους θεσμούς της κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής.

Χθες αποσύρθηκε, μετά από παρέμβαση της υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, αφίσα του συνεδρίου στην οποία περιλαμβανόταν φωτογραφία με τη σημαία της Βέρμαχτ να δεσπόζει πάνω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Προηγήθηκε έντονη αντίδραση του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ΕΣΔΟΓΕ), την οποία μετέφερε στην κοινοβουλευτική επιτροπή Μορφωτικών υποθέσεων, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζ. Κωνσταντοπούλου. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη αφίσα είναι ένα ιστορικό τεκμήριο, που προέρχεται από το αρχείο του Deutsche Historische Museum.Το συνέδριο διοργανώνεται από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

INFO Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» θα διαρκέσει έως τις 31 Ιανουαρίου 2027.

tovima.gr