Οι μισθολογικές αυξήσεις δεν καλύπτουν τον πληθωρισμό

Παρά τα θετικό πρόσημο στην απασχόληση και στην πορεία των μισθών, η πραγματικότητα στην αγορά εργασίας δείχνει μια πιο σύνθετη και ανησυχητική εικόνα. Οι αυξήσεις στους μισθούς παραμένουν απογοητευτικά χαμηλές, ανίκανες να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες των εργαζομένων. Η διαφορά ανάμεσα στους ρυθμούς αύξησης των μισθών και την εκρηκτική άνοδο του κόστους ζωής γίνεται ολοένα και πιο ορατή, με αποτέλεσμα να διατηρείται ή και να διευρύνεται το χάσμα της αγοραστικής δύναμης.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της ΤτΕ για το 2025, η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,3% και το ποσοστό ανεργίας να υποχωρήσει κάτω από το 10%, κάτι που δεν έχει συμβεί από το 2010. Ωστόσο, αυτή η θετική εξέλιξη κρύβει πίσω της την αδυναμία των μισθών να ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό. Οι προβλεπόμενες αυξήσεις στις συνολικές αποδοχές, που ανέρχονται στο 5,6% από 7,4% το προηγούμενο έτος, και στις μέσες αποδοχές, που μειώνονται στο 4,5% από 6%, φανερώνουν μία επιβράδυνση που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παρά ανησυχητική. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας, δηλαδή το κόστος για κάθε μονάδα προϊόντος, αυξάνεται επίσης με χαμηλότερο ρυθμό, 3,4% από 4,9%.

Αυτή η επιβράδυνση δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των οικονομικών συνθηκών, αλλά και της αμφιλεγόμενης πολιτικής γύρω από τον κατώτατο μισθό. Η ελαφρώς ηπιότερη αύξηση του κατώτατου μισθού και η σταδιακή «εξισορρόπηση» της προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας αποτελούν δικαιολογίες που συχνά μεταφράζονται σε «κομμένα» δικαιώματα για τους εργαζόμενους. Η αγορά παρουσιάζεται σαν να λειτουργεί ομαλά, αλλά η πραγματικότητα είναι πως η «εξισορρόπηση» σημαίνει συχνά ότι ο εργαζόμενος καλείται να κάνει περισσότερα με λιγότερα.

Πολλά προβλήματα παραμένουν ανεπίλυτα. Στον τουρισμό, τις κατασκευές, τη μεταποίηση και τις επαγγελματικές υπηρεσίες, η έλλειψη εργατικού δυναμικού είναι εμφανής και οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν εργαζόμενοι, αλλά επειδή οι μισθοί που προσφέρονται δεν ανταποκρίνονται στο κόστος διαβίωσης και στις προσδοκίες.

Παρά την αύξηση στις αμοιβές το 2024  η αγοραστική δύναμη δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά, καθώς ο πληθωρισμός και το κόστος ζωής συνεχίζουν να «τρώγουν» τα εισοδήματα. Επιπλέον, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά 4,9%, επιδεινώνοντας τις πιέσεις στις επιχειρήσεις, που μετακυλύουν το βάρος στους εργαζόμενους μέσω περιορισμένων αυξήσεων ή ακόμα και μειώσεων σε άλλες παροχές.

Η έκθεση της ΤτΕ επισημαίνει την ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν την αγορά εργασίας πιο ευέλικτη και θα συνδέσουν καλύτερα την εκπαίδευση με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Ωστόσο, καμία μεταρρύθμιση δεν θα έχει νόημα αν δεν συνοδευτεί από μια γενναία πολιτική μισθών που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της ζωής.

Η στασιμότητα στις απολαβές και η επιβράδυνση των αυξήσεων αποτελούν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η ανάπτυξη που βλέπουμε δεν μοιράζεται δίκαια. Χωρίς ουσιαστικές αυξήσεις που να καλύπτουν τον πληθωρισμό και τις αυξανόμενες ανάγκες των νοικοκυριών, οι βελτιώσεις στην απασχόληση θα παραμείνουν μια στατιστική επιτυχία που δεν μεταφράζεται σε καλύτερη ποιότητα ζωής για τους εργαζόμενους.