Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο δηλητηριώδες είδος που δεν είχε δει κανείς εδώ και έναν αιώνα.

Ο βραδύπους της Μπάνγκα (Bangka slow loris) ένα από τα πιο ασυνήθιστα πρωτεύοντα θηλαστικά ζώα του πλανήτη κινείται αργά πάνω στα δέντρα και διαθέτει ένα σπάνιο χαρακτηριστικό για τα θηλαστικά: είναι δηλητηριώδης. Η τελευταία επιστημονική καταγραφή του ανάγονταν στη δεκαετία του 1930 και θεωρούνταν εξαφανισμένο. Όμως εντοπίστηκε ξανά στο τροπικό νησί Μπάνγκα της Ινδονησίας.

Σε νέα μελέτη επιστήμονες αναφέρουν ότι μια οργάνωση διάσωσης άγριας ζωής κατέγραψε περισσότερα από 90 άτομα του είδους τα τελευταία χρόνια στο νησί το οποίο βρίσκεται στα ανοικτά των νοτιοανατολικών ακτών της Σουμάτρας.

«Ο βραδύπους της Μπάνγκα εξακολουθεί να ζει», δήλωσε ο Τίμον Γκλάου, μεταπτυχιακός φοιτητής στη διατήρηση της φύσης και τη διαχείριση της βιοποικιλότητας στο Haus des Meeres Aqua Terra Zoo στη Βιέννη, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Spixiana».

Τα ζώα που διασώθηκαν προέρχονταν από διαφορετικές περιοχές του νησιού. Αυτό δείχνει ότι το είδος έχει επιβιώσει σε πολλές τοποθεσίες παρά την εκτεταμένη καταστροφή των οικοτόπων του και τις δεκαετίες περιορισμένης επιστημονικής έρευνας. Ο βιότοπoς του έχει συρρικνωθεί εξαιτίας της εξόρυξης κασσιτέρου και της αποψίλωσης εκτάσεων για τη δημιουργία φυτειών φοινικόδεντρων ελαιοπαραγωγής.

«Αυτό που βρίσκω ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι ότι ένα τόσο χαρακτηριστικό και ξεχωριστό πρωτεύον θηλαστικό έχει λάβει τόσο λίγη επιστημονική προσοχή για σχεδόν έναν αιώνα» ανέφερε ο Γκλάου.

Πρόσθεσε ότι ο εντοπισμός του ζώου δημιουργεί ελπίδες πως και άλλα είδη που θεωρούνται πιθανώς εξαφανισμένα μπορεί να εξακολουθούν να επιβιώνουν σε περιοχές που οι επιστήμονες δεν έχουν ερευνήσει εδώ και δεκαετίες. Όπως σημείωσε το νησί Μπάνγκα απέχει μόλις περίπου μία ώρα πτήσης από την Τζακάρτα μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου.

Ένα ασυνήθιστο πρωτεύον θηλαστικό

Ο βραδύπους της Μπάνγκα, με επιστημονική ονομασία Nycticebus bancanus, είναι σχετικά μικρόσωμο και νυκτόβιο πρωτεύον θηλαστικό. Έχει κοκκινοκάστανο τρίχωμα, χαρακτηριστικά σημάδια στο πρόσωπο και μεγάλα μάτια.

Κινείται αργά και προσεκτικά ανάμεσα στα κλαδιά, σε αντίθεση με άλλα δενδρόβια πρωτεύοντα, όπως οι πίθηκοι και οι λεμούριοι, που μπορούν να μετακινούνται πολύ πιο γρήγορα. Από εξελικτική άποψη συγγενεύει περισσότερο με τους λεμούριους της Μαδαγασκάρης και τους γαλάγους της Αφρικής παρά με τους μικρούς ή μεγάλους πιθήκους ή τον άνθρωπο.

«Οι τελευταίες ιστορικές επιστημονικές καταγραφές από την Μπάνγκα που εξετάζονται στη μελέτη μας χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του 1930, πιο συγκεκριμένα μεταξύ του 1930 και του 1932», εξήγησε ο Γκλάου. Για δεκαετίες, δεν υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες για το αν το είδος εξακολουθούσε να επιβιώνει στο νησί.

Το 2020, η Διεθνής Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN), ο οργανισμός που αξιολογεί την κατάσταση διατήρησης των ειδών χαρακτήρισε τον βραδύποδα της Μπάνγκα κρισίμως κινδυνεύον και πιθανώς εξαφανισμένο. Η περιβαλλοντική οργάνωση Re:wild τον είχε επίσης συμπεριλάβει στον κατάλογο των «χαμένων πρωτευόντων» (lost primates).

Το δηλητηριώδες δάγκωμα

Όπως και τα άλλα είδη βραδύποδων, ο βραδύπους της Μπάνγκα είναι δηλητηριώδης ένα σπάνιο χαρακτηριστικό μεταξύ των θηλαστικών.

Οι βραδύποδες παράγουν μια έκκριση από ειδικούς αδένες κοντά στους αγκώνες τους. Όταν απειλούνται, σηκώνουν τα άκρα τους και γλείφουν την περιοχή των αδένων, αναμειγνύοντας την έκκριση με το σάλιο τους. Στη συνέχεια, μπορούν να μεταφέρουν το δηλητήριο μέσω του δαγκώματος. «Το δηλητήριο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις στους ανθρώπους,οι οποίες ενδέχεται να είναι ακόμη και απειλητικές για τη ζωή», ανέφερε ο Γκλάου.

Έρευνες σε άλλα είδη βραδύποδων υποδεικνύουν ότι το δηλητήριο χρησιμοποιείται κυρίως σε συγκρούσεις μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους, αλλά μπορεί επίσης να εξυπηρετεί αμυντικές λειτουργίες απέναντι σε θηρευτές και παράσιτα. Η διατροφή του συγκεκριμένου είδους δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Πιθανότατα, όμως, περιλαμβάνει έντομα, φυτικές εκκρίσεις από δέντρα, νέκταρ και άλλα φυτικά μέρη, όπως συμβαίνει με συγγενικά είδη.

Διαθέτει επίσης μια χαρακτηριστική οδοντική δομή, γνωστή ως toothcomb, η οποία σχηματίζεται από τα κάτω δόντια που προεξέχουν προς τα εμπρός. Τη χρησιμοποιεί κυρίως για τον καλλωπισμό του τριχώματος, για να χαράζει τον φλοιό των δέντρων ώστε να συλλέγει φυτικές εκκρίσεις αλλά και για να μεταφέρει το δηλητήριο κατά το δάγκωμα. Κάτω από την κύρια γλώσσα του υπάρχει και μια δεύτερη, εξειδικευμένη γλώσσα η οποία βοηθά στον καθαρισμό αυτής της οδοντικής δομής.

Περισσότερα από 90 ζώα διασώθηκαν μέσα σε δέκα χρόνια

Μεταξύ 2015 και 2025, το ινδονησιακό κέντρο διάσωσης άγριας ζωής Alobi Wildlife Rescue Center κατέγραψε περισσότερους από 90 βραδύποδες της Μπάνγκα σε διαφορετικές περιοχές του νησιού. Πολλά από τα ζώα διασώθηκαν από σπίτια, κήπους, φυτείες ή δρόμους. Άλλα είχαν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς, ιδιαίτερα από ηλεκτροφόρα καλώδια. Ορισμένα πέθαναν παρά την παροχή περίθαλψης.

Μετά την ανάρρωσή τους 86 βραδύποδες απελευθερώθηκαν σε κατάλληλους φυσικούς οικοτόπους, σύμφωνα με τον Γκλάου. Η επανανακάλυψη του είδους δεν σημαίνει ότι έχει διασφαλιστεί η επιβίωσή του. Αντίθετα αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση προστασία του φυσικού του περιβάλλοντος.

Ο Γκλάου υπογράμμισε ότι οι σημαντικότερες προτεραιότητες είναι:

* Η προστασία των εναπομεινάντων δασών της Μπάνγκα από περαιτέρω καταστροφή, κυρίως λόγω της εξόρυξης κασσιτέρου και της επέκτασης των φυτειών φοινικόδεντρων ελαιοπαραγωγής.
* Η συστηματική έρευνα πεδίου, ώστε να προσδιοριστούν οι περιοχές όπου εξακολουθεί να ζει το είδος.
* Η εκτίμηση του πληθυσμού του, καθώς ο αριθμός των ζώων που διασώθηκαν δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στο σύνολο του πληθυσμού που ζει ελεύθερο στη φύση.

«Κάθε είδος είναι αποτέλεσμα εκατομμυρίων ετών εξέλιξης και αποτελεί μέρος ενός σύνθετου οικολογικού δικτύου. Η απώλεια του βραδύποδα της Μπάνγκα θα σήμαινε ότι χάνουμε κάτι πραγματικά αναντικατάστατο» κατέληξε ο ερευνητής.

Το βασικό συμπέρασμα: Η ιστορία του βραδύποδα της Μπάνγκα δείχνει ότι ένα είδος μπορεί να παραμείνει αθέατο για δεκαετίες χωρίς να έχει εξαφανιστεί. Η ανακάλυψή του προσφέρει νέα ελπίδα για τη βιοποικιλότητα, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η προστασία των δασών και η συστηματική επιστημονική παρακολούθηση είναι απαραίτητες για να μη χαθούν είδη πριν καν κατανοήσουμε πλήρως τον ρόλο τους στη φύση.

naftemporiki.gr