Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δ’ τρίμηνο του 2025 δείχνουν μείωση των απασχολούμενων κατά -1,7% σε σύγκριση με το β’ τρίμηνο ή κατά 50.500 άτομα. Τεράστια η ψαλίδα με τα ποσοστά ανεργίας της ΔΥΠΑ.
Οριακή αύξηση της ανεργίας σε τριμηνιαία βάση και αισθητή μείωση του αριθμού των απασχολούμενων καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ στην έρευνα εργατικού δυναμικού το δ’ τρίμηνο του 2025. Η ανεργία διαμορφώθηκε στο 8,3%, από 8,2% το γ΄ τρίμηνο, αν και συνεχίζεται η πτωτική πορεία σε ετήσια βάση (από 9,5% το δ’ τρίμηνο του 2024). Τ=
Ο αριθμός των απασχολούμενων μειώθηκε κατά -1,1% σε σύγκριση με το γ’ τρίμηνο του 2025, ποσοστό που αντιστοιχεί σε -50.500 άτομα. Η μεταβολή είναι εν μέρει συγκυριακή και ερμηνεύεται από την εποχικότητα της απασχόλησης, ιδίως στις υπηρεσίες του τουριστικού κλάδου.
Σε ετήσια βάση οι απασχολούμενοι έχουν αυξηθεί κατά 73.000 άτομα ή κατά 1,7%.
Σε απόλυτα μεγέθη η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ως ανέργους 394.894 άτομα. Τεράστια παραμένει η απόκλιση με τα στοιχεία της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), η οποία εμφανίζει διπλάσιο ως υπερδιπλάσιο αριθμό ανέργων. Ενδεικτικά, τον Δεκέμβριο στα μητρώα της ΔΥΠΑ ήταν εγγεγραμμένοι ως άνεργοι 915.889 άτομα (από 768.000 τον Οκτώβριο και 894.065 τον Νοέμβριο).
Για την ΕΛΣΤΑΤ δηλαδή περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνεργοι είναι «αόρατοι» και δεν καταγράφονται σε όσους αναζητούν εργασία.

Που οφείλεται η ψαλίδα ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ
Η ψαλίδα ανάμεσα στους δύο οργανισμούς οφείλεται στο ότι στην πράξη μετράνε εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η ΕΛΣΤΑΤ βασίζεται σε δειγματοληπτική μεθοδολογία, η οποία έχει συγκυριακό χαρακτήρα, υπόκειται σε αναμενόμενα στατιστικά σφάλματα, και δεν εξετάζει την ύπαρξη σύμβασης εργασίας, αλλά αντλεί τα δεδομένα κατά δήλωση των συνεντευξιαζόμενων. Η ΔΥΠΑ, αποτυπώνει το τμήμα του εργατικού δυναμικού που ενώ δηλώνει ότι ψάχνει εργασία, δεν βρίσκει και άρα, δεν έχει κάποια ενεργή σύμβαση. Πρόκειται δηλαδή για δεδομένα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
«Αυτό το αλαλούμ δεν είναι τεχνικό λάθος, αλλά πολιτικό εργαλείο: οι «στενοί» ορισμοί αφαιρούν από την ανεργία τους αποθαρρημένους, όσους δουλεύουν έστω και μία ώρα την εβδομάδα, τους εγκλωβισμένους στη μερική απασχόληση, τους ανθρώπους που ξεμένουν από δικαιώματα και καταλήγουν «εκτός εργατικού δυναμικού», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Πανελλήνιος Σύλλογος Εργαζομένων ΟΑΕΔ (ΠΑΝΣΥΠΟ).
Επίσης από το 2021 και μετά έχει αλλάξει η μεθοδολογία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού εφαρμόζοντας τον νέο Κανονισμό 2019/1700 της ΕΕ: νέο ερωτηματολόγιο, αλλαγές στον τρόπο συλλογής στοιχείων και – κρίσιμα – στον τρόπο προσδιορισμού του ποιος θεωρείται άνεργος, ποιος «εκτός εργατικού δυναμικού» και ποιος υποαπασχολούμενος.
Η ΕΛΣΤΑΤ παραδέχεται ότι τα στοιχεία μετά το 2021 δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμα με εκείνα της προηγούμενης περιόδου, γεγονός που δημιουργεί τεχνητή «βελτίωση» στους δείκτες ανεργίας όταν τους βλέπουμε σε μακροχρόνιο γράφημα, σημειώνει ο ΠΑΝΣΥΠΟ.
Οι κλάδοι με τους περισσότερους εργαζόμενους
Οι μισθωτοί αποτελούν το 72,5% των απασχολούμενων ή περίπου 3,15 εκατομμύρια άτομα. Τα ποσοστά αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό είναι επίσης σημαντικά, πάνω από 756.00 άτομα. Σχεδόν 109.000 είναι βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση και 330.000 είναι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό.
Σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα (981.800) ή το 22,6% εργάζονται στην παροχή υπηρεσιών και στις πωλήσεις. Το ποσοστό αυτό επιβεβαιώνει ότι το εμπόριο και η εστίαση-καταλύματα (ως κατεξοχήν κλάδοι παροχής υπηρεσιών) εξακολουθούν να είναι ο μεγαλύτερος συλλογικός εργοδότης.
Σε ένα χρόνο αποχώρησαν από τα αγροτικά επαγγέλματα πάνω από 75.000 άτομα
Ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, ο πολυπληθέστερος είναι το λιανικό-χονδρικό εμπόριο με 786.000 άτομα, ενώ στις δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης απασχολούνται 377.000 άτομα. Η μεταποίηση είναι επίσης ένας σημαντικός κλάδος, με 426.500 απασχολούμενους, εκ των οποίων σχεδόν το 40% απασχολείται στη βιομηχανία τροφίμων-ποτών..
Ο δεύτερος μεγαλύτερος κλάδος στην απασχόληση είναι οι επαγγελματίες, με 962.000 άτομα. Σε ετήσια βάση ο κλάδος των επαγγελματιών σημειώνει μείωση της απασχόλησης, κατά -1,4% ή περίπου κατά 13.000 άτομα.
Επαγγέλματα σε άνοδο και σε πτώση
Σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στους τεχνικούς και ασκούντες συναφή επαγγέλματα (18,2%) ενώ η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στους ειδικευμένους γεωργούς, κτηνοτρόφους, δασοκόμους και αλιείς (-18,5%).
Δηλαδή μόλις σε ένα χρόνο αποχώρησαν από τα αγροτικά επαγγέλματα πάνω από 75.000 άτομα, όσο ο πληθυσμός μιας μεσαίας επαρχιακής πόλης.
Η κατακόρυφη μείωση της απασχόλησης συνδέεται άμεσα με την κρίση του πρωτογενούς τομέα και εξηγεί τους λόγους του παναγροτικού ξεσηκωμού των προηγούμενων μηνών. Ειδικά για τον κλάδο της κτηνοτροφίας το 2025 ήταν καταστροφική χρονιά, αφού η ευλογιά των αιγοπροβάτων και τα λάθη στην αντιμετώπισή της από τις αρχές, επιτάχυναν τη μείωση του ζωϊκού κεφαλαίου. Μαζί με τα εκατοντάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα που οδηγήθηκαν στη σφαγή, έχασαν το βιος τους και πιθανόν αναγκάστηκαν να αλλάξουν επάγγελμα δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι της υπαίθρου.
Σε ό,τι αφορά τους απαχολούμενους ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, εντυπωσιακή είναι η ποσοστιαία αύξηση στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας, κατά 42%, αν και αριθμητικά αποτελεί μόλις το 0,3% της απασχόλησης (14.000 άτομα).
Τι σχολιάζει ο ερευνητής του ΚΕΠΕ Βλάσης Μισσός
«Τα πρόσφατα δεδομένα της απασχόλησης δείχνουν ορισμένες συγκυριακές αλλαγές, αλλά και την εμπέδωση ορισμένων περισσότερο δομικών αλλαγών», δηλώνει στο in ο οικονομολόγος Βλάσσης Μισσός, ερευνητής στο ΚΕΠΕ και συν-συγγραφέας της μελέτης «The Café Economy».
Ως παράδειγμα αναφέρει την αύξηση της απασχόλησης στον τομέα της «Διαχείρισης ακίνητης περιουσίας», η οποία ακολουθεί την τάση της ανόδου της αγοράς ακινήτων.
«Ο συγκεκριμένος κλάδος έχει αυξήσει τον κύκλο εργασιών σημαντικά λόγω της ζήτησης κατοικιών από το εξωτερικό που συμπαρασύρει τις τιμές τους. Αλλά η επίδρασή του στην εγχώρια ευημερία είναι εξαιρετικά μικρή», μας λέει.
«Από την άλλη μεριά, η αλλαγή που καταγράφεται στον ευρύτερο αγροτικό κλάδο είναι εξαιρετικά ανησυχητική. Η υποχρηματοδότηση της αγροτικής παραγωγής και η προοπτική της συμφωνίας Mercosur, έχουν σίγουρα διαδραματίσει ρόλο σε αυτή την μεταβολή που μένει να επιβεβαιώσουμε και στις επόμενες μετρήσεις», καταλήγει.
