Η δημοσιογράφος και συγγραφέας που γλίτωσε την εκτέλεση χάρη στο βρέφος της, πέρασε δεκατρία χρόνια στη φυλακή και άφησε πίσω της έναν σφραγισμένο φάκελο με την πολιτική της παρακαταθήκη
Στις 27 Οκτωβρίου 2009 φεύγει από τη ζωή, σε ηλικία 89 ετών, η Έλλη Παππά, αγωνίστρια της Αριστεράς, δημοσιογράφος και συγγραφέας, η διαδρομή της οποίας υπήρξε συνυφασμένη με τις μεγάλες πολιτικές αναμετρήσεις του 20ού αιώνα.
Το 1952 καταδικάστηκε σε θάνατο μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη, λόγω της παράνομης κομμουνιστικής τους δράσης. Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στη φυλακή, όπου είχε ήδη αποκτήσει τον γιο τους, Νίκο. Η δική της θανατική καταδίκη δεν εκτελέστηκε. Έζησε άλλα 57 χρόνια, να αφηγείται μια ολόκληρη εποχή φυλακίσεων, απωλειών και πολιτικών συγκρούσεων.
Στις 28 Οκτωβρίου 2009, την επομένη του θανάτου της, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει ρεπορτάζ του Λ. Σταυρόπουλου για τη ζωή της, τη σχέση της με τον Μπελογιάννη και τον σφραγισμένο φάκελο που είχε αφήσει με την εντολή να ανοιχτεί μετά τον θάνατό της.

Από τη Σμύρνη στις εργατικές συνοικίες του Πειραιά
«Γεννημένη στη Σμύρνη το 1920, θυγατέρα του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου, ήταν η μικρότερη από τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια της: την Ηρώ, τη Δέσποινα, τη Διδώ (η γνωστή συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου) και τον Γιώργο», σημειώνει το ρεπορτάζ.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Η ίδια, ανατρέχοντας στα παιδικά της χρόνια, περιγράφει τις δυσκολίες της προσφυγικής ζωής:
«“Η πρώτη μου τροφός ήταν μια αίγα, πράγμα που πολύ το καμάρωσα όταν, μεγαλώνοντας πια, το πληροφορήθηκα” έγραφε η ίδια αυτοβιογραφούμενη, καθώς, όπως εξιστορούσε, “η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει”. “Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της που προμηθεύτηκε για χάρη μου μια κατσικούλα” έγραφε, ενώ ως δεύτερη τροφό της θεωρούσε “τα κάστανα της προσφυγιάς το χειμώνα και τα σταφύλια το καλοκαίρι”.
»“Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου την ανέλαβαν τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη”».
Η πολιτικοποίησή της ξεκινά από τα μαθητικά της χρόνια. Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου Θηλέων Πειραιά συμμετέχει στη διανομή προκηρύξεων κατά της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ενώ μαζί με συμμαθητές της υψώνουν κόκκινη σημαία σε εκκλησία της Κοκκινιάς.
Ακολουθούν σπουδές στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή, τις οποίες δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει εξαιτίας της Κατοχής. Εντάσσεται στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, αναπτύσσει αντιστασιακή δράση και συμμετέχει στον αντιστασιακό Τύπο.
Ο μεγάλος έρωτας και η σύλληψη
Η γνωριμία της με τον Νίκο Μπελογιάννη το 1950 σηματοδοτεί μία από τις καθοριστικότερες περιόδους της ζωής της.
Ο Μπελογιάννης έχει επιστρέψει παράνομα στην Αθήνα τον Ιούνιο του ίδιου έτους, με αποστολή την ανασυγκρότηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ.
Η ίδια η Παππά αφηγείται όσα ακολούθησαν περιεκτικά:
«Το μεθύσι της Απελευθέρωσης, τα Δεκεμβριανά, η ήττα, ο Εμφύλιος, οι άγριοι διωγμοί, οι προσπάθειες ανασυγκρότησης της Αριστεράς και της Δημοκρατίας, οι πρώτες εκλογές, ο ερχομός του Μπελογιάννη και του μεγάλου έρωτα. Η σύλληψή μας, τα Χριστούγεννα του 1950. Οι ατέλειωτοι μήνες στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, μας συντροφεύει το αγέννητο παιδί μας. Η γέννα μου στις Φυλακές Αβέρωφ, οι δίκες, οι καταδίκες μας σε θάνατο, ο χωρισμός όταν η κυβέρνηση του Πλαστήρα δεν τόλμησε να εκτελέσει μάνα βρέφους».
Τον Δεκέμβριο του 1950, η Παππά και ο Μπελογιάννης συλλαμβάνονται με διαφορά τεσσάρων ημερών. Για επτάμισι μήνες εκείνη κρατείται σε ένα σκοτεινό κελί της Ασφάλειας Αθηνών, στην οδό Καποδιστρίου, διαστάσεων μόλις ενάμισι επί ενάμισι μέτρο.
Σε συνέντευξή της στο «ΒΗΜΑ» θυμόταν τις συνθήκες κράτησης του συντρόφου της:
«Ο Νίκος έμεινε δέκα μήνες κλεισμένος. Το κελί του ήταν πιο μεγάλο – 1,70 επί 1,70 θαρρώ. Και είχε φως. Μια λάμπα που άναβε εκτυφλωτικά μέρα νύχτα».

Τον Αύγουστο του 1951 γεννιέται στις Φυλακές Αβέρωφ ο γιος τους, Νίκος. Δύο μήνες αργότερα πραγματοποιείται η πρώτη δίκη, με άλλους 91 συγκατηγορουμένους. Ανάμεσα στα μέλη του στρατοδικείου βρίσκεται και ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος.
Τον Φεβρουάριο του 1952 ακολουθεί η δεύτερη δίκη, που οδηγεί στις θανατικές καταδίκες.

«Να ζήσεις για το παιδί και την εκδίκηση»
Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952, ο Νίκος Μπελογιάννης οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα μαζί με τους Δημήτρη Μπάτση, Νίκο Καλούμενο και Ηλία Αργυριάδη.
Το δημοσίευμα του «ΒΗΜΑΤΟΣ» ανασυνθέτει εκείνες τις δραματικές στιγμές:
«Η εκτέλεση έγινε τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952. Τις Κυριακές ούτε οι Γερμανοί δεν εκτελούσαν ανθρώπους. Το κελί της δεν το άνοιξαν».
Η ίδια είχε περιγράψει τη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι δεν θα ακολουθούσε τον σύντροφό της στην εκτέλεση:
«Εσένα δεν σε έχουν στον κατάλογο», της είπε ο αρχιφύλακας.
Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να μην εκτελέσει τη θανατική ποινή της Παππά, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ήταν μητέρα ενός βρέφους λίγων μηνών.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της: «Ο Μπελογιάννης πλησίασε στο μικρό παράθυρο. Έγειρε το πρόσωπό του κοντά της. Η έκφρασή του ήταν παγωμένη. “Να ζήσεις” της είπε “για το παιδί και την εκδίκηση”».
Εκείνος εκτελέστηκε στα 36 του χρόνια. Εκείνη επέζησε και πέρασε περισσότερα από έντεκα ακόμη χρόνια στη φυλακή.

Η αποφυλάκιση και η ρήξη με το ΚΚΕ
Η Έλλη Παππά αποφυλακίστηκε την Πρωτοχρονιά του 1964. Συνέχισε την πολιτική και δημοσιογραφική της δραστηριότητα μέσα από την ΕΔΑ και την εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή».
Ωστόσο, οι διώξεις δεν είχαν τελειώσει. Με την επιβολή της δικτατορίας το 1967 συλλαμβάνεται ξανά και εξορίζεται στη Γυάρο. Απολύεται από την εξορία τον Ιούλιο του 1968 λόγω σοβαρής ασθένειας.
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του «ΒΗΜΑΤΟΣ», αρνήθηκε την πρόταση να φιλοξενηθεί στη Σοβιετική Ένωση, εξαιτίας της αντίθεσής της στη σοβιετική εισβολή στην Πράγα.
Μετά τη Μεταπολίτευση επανασυνδέεται με το ΚΚΕ, ελπίζοντας στην επανένωση της Αριστεράς. Η πορεία αυτή, όμως, καταλήγει σε νέα απογοήτευση:
«Η επανένωση ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε», έγραφε η ίδια.
Ακολουθούν χρόνια συγγραφικής και δημοσιογραφικής δραστηριότητας. Το έργο της περιλαμβάνει πολιτικά και φιλοσοφικά δοκίμια, μελέτες, αυτοβιογραφικά κείμενα αλλά και παιδικά βιβλία.
Η ίδια όριζε ως στόχο της συγγραφικής της προσπάθειας:
«Τη συμβολή μου σε μια κάθαρση της μαρξιστικής σκέψης από τις σταλινικές στρεβλώσεις, που την έσυραν σε μια ανανέωση του πλατωνισμού».
Η μυστική διαθήκη της Έλλης Παππά
Ο θάνατος της Έλλης Παππά, στις 27 Οκτωβρίου 2009, έφερε ξανά στο προσκήνιο όχι μόνο την προσωπική της διαδρομή, αλλά και ένα μυστικό που είχε επιλέξει να αποκαλυφθεί μόνο μετά τον θάνατό της.
Το 2003 είχε παραδώσει στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο το προσωπικό της αρχείο, ταξινομημένο σε περισσότερους από 60 φακέλους.
Ένα μέρος, όμως, της προσωπικής και πολιτικής της μαρτυρίας είχε εμπιστευθεί στο Μουσείο Μπενάκη υπό έναν συγκεκριμένο όρο: να ανοιχτεί μετά τον θάνατό της.
Στο ρεπορτάζ της 28ης Οκτωβρίου 2009, «ΤΟ ΒΗΜΑ» αποκάλυπτε:
«Πρόκειται για την πολιτική παρακαταθήκη της Ελλης Παππά, στην οποία, όπως εικάζεται, αναφέρεται στην υπόθεση Μπελογιάννη- τόσο στις συνθήκες της σύλληψής του (κυρίως το αν προδόθηκε ή όχι και από ποιον) όσο και στις δίκες».

Τι αποκάλυψε η πολιτική της παρακαταθήκη
Η πολιτική παρακαταθήκη της Έλλης Παππά δημοσιεύθηκε το 2010 από το Μουσείο Μπενάκη, με τίτλο «Μαρτυρίες μιας διαδρομής». Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το κείμενό της «Υπόθεση Πλουμπίδη», αυτοβιογραφικά κείμενα, επιστολές και μαρτυρίες για τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής.
Μέσα από τα κείμενά της, η Παππά επιχείρησε να αποκαταστήσει τη μνήμη του Νίκου Πλουμπίδη, ο οποίος είχε κατηγορηθεί ως προδότης από την τότε ηγεσία του ΚΚΕ, παρά την προσπάθειά του να αποτρέψει την εκτέλεση του Μπελογιάννη.
Παράλληλα, αμφισβήτησε τις επιλογές της κομματικής ηγεσίας υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη, καταθέτοντας τη δική της οπτική για τις εσωκομματικές συγκρούσεις και τις συνθήκες που οδήγησαν στην εκτέλεση του συντρόφου της.
Πέρα από την πολιτική της παρακαταθήκη, μια διαφορετική πλευρά της ζωής της αποτυπώθηκε στις «Μικρογραφίες», τα χειροποίητα βιβλία που δημιουργούσε μέσα στη φυλακή για τον γιο της. Μέσα από τις ιστορίες, τη ζωγραφική και τη φαντασία, προσπαθούσε να διατηρήσει τον δεσμό με το παιδί της, παρά τον πολύχρονο εγκλεισμό.
Μια γυναίκα που γλίτωσε από το εκτελεστικό απόσπασμα, έζησε τη φυλάκιση, την εξορία, την απώλεια και τις πολιτικές διαψεύσεις, άφηνε πίσω της μια προσωπική μαρτυρία που φώτιζε γεγονότα τα οποία είχαν σημαδέψει την ελληνική Αριστερά και τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.