Εκατομμύρια άνθρωποι βασίζονται καθημερινά στα αντικαθλιπτικά για την ψυχική τους υγεία, όμως η ιατρική κοινότητα εξακολουθεί να ψάχνει τις απαντήσεις για το πώς ακριβώς επιδρούν στον εγκέφαλο

Τελευταία, ο δημόσιος διάλογος γύρω από τα αντικαταθλιπτικά επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο αν και πώς πρέπει να διακόπτονται.

Ο υπουργός Υγείας των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, έχει θέσει ως προτεραιότητα τη σταδιακή μείωση ή διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής υπό ιατρική παρακολούθηση. Ο Κένεντι και άλλοι επικριτές των αντικαταθλιπτικών υποστηρίζουν ότι τα φάρμακα αυτά συνταγογραφούνται αλόγιστα και έχουν επικίνδυνες παρενέργειες. Η ιατρική κοινότητα, ωστόσο, τα θεωρεί αποτελεσματικές και απαραίτητες θεραπείες για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης, του άγχους και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.

Όμως, κάτω από αυτή τη διαμάχη κρύβεται ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα που η επιστήμη δεν έχει ακόμη απαντήσει οριστικά: Πώς ακριβώς λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά; Ο ψυχίατρος Awais Aftab εξηγεί στους New York Times.

O μύθος της «χημικής ανισορροπίας»

Για δεκαετίες, η αντίληψη για τα αντικαταθλιπτικά ήταν εγκλωβισμένη σε ένα αφήγημα που κέρδισε έδαφος από τις διαφημίσεις των φαρμακευτικών εταιρειών τη δεκαετία του 1990: ότι λειτουργούν διορθώνοντας μια χημική ανεπάρκεια στον εγκέφαλο.

Ωστόσο, τα δεδομένα από ερευνητικές μελέτες είναι ξεκάθαρα τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 -αν όχι νωρίτερα- ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος δράσης τους. Οι γιατροί συνταγογραφούν αυτά τα φάρμακα επειδή δεδομένα δεκαετιών και αναφορές ασθενών δείχνουν ότι μπορούν να ανακουφίσουν από τα προβλήματα ψυχικής υγείας. Όμως, οι γιατροί και οι επιστήμονες δεν κατανοούν πλήρως το πώς το επιτυγχάνουν αυτό. Αυτό μπορεί να ακούγεται αλλόκοτο, αλλά ισχύει για πολλά είδη φαρμάκων, όπως η παρακεταμόλη και τα γενικά αναισθητικά.

Παρ’ όλα αυτά, η κατανόηση του τρόπου δράσης των αντικαταθλιπτικών είναι σημαντική όχι μόνο για την ενημέρωση του κοινού, αλλά και για την προώθηση της επιστημονικής έρευνας, σχετικά με το γιατί τα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά για όλους και πώς μπορούν να αναπτυχθούν νέες θεραπείες.

Οι επιστήμονες σήμερα εργάζονται πάνω σε ορισμένες υποσχόμενες ερμηνείες. Καμία υπόθεση δεν θεωρείται οριστικά αποδεδειγμένη και ορισμένες μπορεί να καταρριφθούν. Μαζί, όμως, αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη εικόνα που διαθέτει η ιατρική αυτή τη στιγμή.

Η αλλαγή στον τρόπο επεξεργασίας των συναισθημάτων

Ας ξεκινήσουμε από τη δόση αλήθειας που κρύβεται πίσω από την ιστορία της χημικής ανισορροπίας. Τα αντικαταθλιπτικά, όπως οι SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης) και άλλα, αυξάνουν πράγματι τα επίπεδα ορισμένων χημικών ουσιών του εγκεφάλου που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές. Όσο μπορούμε να γνωρίζουμε όμως, δεν διορθώνουν κάποια χημική ανεπάρκεια. Αντίθετα, τα ευεργετικά τους αποτελέσματα φαίνεται να προκύπτουν από μια αλυσίδα αλλαγών που πυροδοτούν εντός των νευρικών κυττάρων, οι οποίες στη συνέχεια τροποποιούν τη δραστηριότητα των εγκεφαλικών κυκλωμάτων και τα μοτίβα της σκέψης μας.

Η κατάθλιψη και το άγχος φαίνεται να περιλαμβάνουν μια μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο επεξεργάζεται τις συναισθηματικά σημαντικές πληροφορίες. Οι ουδέτερες εκφράσεις του προσώπου εκλαμβάνονται ως πιο επικριτικές. Οι αρνητικές αναμνήσεις ανασύρονται πιο εύκολα από τις θετικές. Η επιβράβευση φαίνεται θαμπή, ενώ η κριτική βιώνεται υπερβολικά επώδυνα. Είναι σύνηθες για τα άτομα με κατάθλιψη ή άγχος να νιώθουν παγιδευμένα σε έναν επίμονο φαύλο κύκλο αρνητικότητας.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έδειξαν ότι τα αντικαταθλιπτικά μετατοπίζουν αυτή την επεξεργασία αρνητικών συναισθηματικών πληροφοριών προς μια θετική κατεύθυνση. Η επίδραση αυτή γίνεται εμφανής αρκετά γρήγορα από την έναρξη της αγωγής, μέσα σε λίγες ημέρες, μερικές φορές ακόμη και μετά από μία μόνο δόση.

Η επανεκπαίδευση του εγκεφάλου και το περιβάλλον

Ωστόσο, αυτή η αλλαγή στον τρόπο επεξεργασίας των συναισθημάτων δεν αρκεί από μόνη της για να απαλλάξει κάποιον από την κατάθλιψη ή το άγχος. Αυτό που συνήθως ακολουθεί είναι μια περίοδος κατά την οποία το άτομο επανεκπαιδεύεται στο πώς να βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο. Από τη στιγμή που δεν φιλτράρουν πλέον τα πάντα μέσα από ένα αρνητικό πρίσμα, οι εγκέφαλοί τους μπορούν σταδιακά να συσσωρεύσουν περισσότερες ουδέτερες ή θετικές εμπειρίες.

Το περιβάλλον του ατόμου που λαμβάνει αγωγή παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επανεκπαίδευση. Άνθρωποι με μεγαλύτερη κοινωνική υποστήριξη και θετικές διαπροσωπικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της ψυχοθεραπείας, τείνουν να ωφελούνται περισσότερο από τη φαρμακευτική αγωγή.

Σχετική με αυτές τις αλλαγές στη συναισθηματική επεξεργασία είναι και η ιδέα, που έκανε δημοφιλή ο ψυχίατρος Πίτερ Κράμερ, ότι τα αντικαταθλιπτικά μειώνουν τον νευρωτισμό, δηλαδή την προσωπική συστατική τάση προς την ανησυχία, τα αρνητικά συναισθήματα και την ευαισθησία στο στρες. Σε μια κλινική δοκιμή, ασθενείς που λάμβαναν ένα SSRI (παροξετίνη) εμφάνισαν σημαντική μείωση του νευρωτισμού, η οποία δεν εξηγούνταν απλώς από τη βελτίωση της κατάθλιψης.

Νευροπλαστικότητα: Ανοίγοντας ένα «παράθυρο» αλλαγής

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο ενδέχεται να λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά είναι η ενίσχυση της νευροπλαστικότητας, δηλαδή της ικανότητας του εγκεφάλου να αναδιοργανώνει τη δομή και τις συνδέσεις του.

Η συνεχής θεραπεία με αντικαταθλιπτικά μπορεί να ενισχύσει χημικές ουσίες και διεργασίες του εγκεφάλου που προάγουν τη νευροπλαστικότητα. (Τα ψυχοδελικά θεωρείται ότι λειτουργούν ως θεραπεία για την κατάθλιψη και το άγχος, εν μέρει, για παρόμοιο λόγο.)

Η υπόθεση είναι ότι τα φάρμακα ανοίγουν ένα παράθυρο πλαστικότητας, μέσω του οποίου ο εγκέφαλος αποκτά μια ανανεωμένη ικανότητα να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο είναι «καλωδιωμένος». Οι ασθενείς συχνά νιώθουν πιο εύπλαστοι πνευματικά και πιο ικανοί να ξεφύγουν από μη εξυπηρετικά μοτίβα σκέψης. Ορισμένοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι θα πρέπει να βλέπουμε τα αντικαταθλιπτικά ως μέσο ανακούφισης από μια μορφή «γνωστικής δυσκοιλιότητας».

Τα στοιχεία για τη νευροπλαστικότητα εξακολουθούν να τελούν υπό αμφισβήτηση. Ωστόσο, η υπόθεση ότι τα αντικαταθλιπτικά αλλάζουν την ευκολία με την οποία ο εγκέφαλος μαθαίνει από τις εμπειρίες διευκολύνοντας τη νευροπλαστικότητα, παραμένει μια από τις επικρατέστερες εξηγήσεις.

Συναισθηματική άμβλυνση: Παρενέργεια ή θεραπευτικός μηχανισμός;

Είναι επίσης ευρέως αναγνωρισμένο ότι τα αντικαταθλιπτικά μπορούν να μπορεί να κάνουν τα συναισθήματά σου «φλατ». Σε μια έρευνα σε περισσότερους από 700 ανθρώπους που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά, σχεδόν οι μισοί απέδωσαν τη συναισθηματική άμβλυνση στο φάρμακό τους, και περίπου το ένα τρίτο σκέφτονταν να το διακόψουν εξαιτίας αυτού.

Υπό την επήρεια SSRIs, υγιείς εθελοντές τείνουν να επηρεάζονται λιγότερο από επιβραβεύσεις ή αναποδιές. Υπάρχει μάλιστα ένα δημοφιλές meme στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου βίντεο με ανθρώπους που αντιδρούν ήρεμα σε επικίνδυνες καταστάσεις (όπως πυρκαγιές ή πυροβολισμούς) συνοδεύονται από σχόλια όπως: «Τι δόση Lexapro παίρνει αυτός;».

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτή η συναισθηματική άμβλυνση είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά, και ότι τα φάρμακα δεν θεραπεύουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας τόσο όσο καταστέλλουν τα συναισθήματα, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τις διαθέσιμες μελέτες, αλλά είναι πιθανό τα αντικαταθλιπτικά να λειτουργούν σε ορισμένους ασθενείς μετριάζοντας γενικά τη συναισθηματική τους ένταση.

Ο ρόλος της προσδοκίας και της θεραπευτικής σχέσης

Κάθε συζήτηση για τον τρόπο δράσης των αντικαταθλιπτικών πρέπει επίσης να αναγνωρίζει ότι η έρευνα δείχνει πως παράγοντες όπως η αισιοδοξία για τη θεραπεία, η προσδοκία ανακούφισης, η θετική σχέση με τον γιατρό, η πάροδος του χρόνου συμβάλλουν σε σημαντικό ποσοστό στη βελτίωση των ασθενών.

Παρότι τα αντικαταθλιπτικά υπερτερούν των εικονικών φαρμάκων (placebo) και έχουν εξειδικευμένη δράση, η διαφορά από το placebo για τον μέσο ασθενή είναι μέτρια. Οι καλοί κλινικοί γιατροί το γνωρίζουν αυτό και προσέχουν πώς συνταγογραφούν τα φάρμακα: κερδίζουν την εμπιστοσύνη των ασθενών τους, συνεργάζονται μαζί τους, ενθαρρύνουν τη ρεαλιστική ελπίδα, αντιμετωπίζουν προληπτικά τις πιθανές ανησυχίες και επικοινωνούν συχνά και με ενσυναίσθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Η σημασία της στήριξης

Όλες αυτές οι εξηγήσεις δεν είναι απαραίτητα ανταγωνιστικές μεταξύ τους, αλλά μπορούν να θεωρηθούν συμπληρωματικές περιγραφές διεργασιών που εξελίσσονται σε διαφορετικά επίπεδα και σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Ένα κοινό στοιχείο μεταξύ αυτών των υποθέσεων είναι ότι τα αντικαταθλιπτικά αλλάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με τον κόσμο και με τα συναισθήματά τους. Μπορούν να κάνουν τις περιστάσεις να φαίνονται λιγότερο απειλητικές, να αμβλύνουν την ευαισθησία στο στρες και να χαλαρώσουν τα δύσκαμπτα μοτίβα σκέψης, επιτρέποντας στους ανθρώπους να ξεφύγουν από αυτά.

Αυτό που υποδηλώνουν πολλές από αυτές τις υποθέσεις είναι ότι η φαρμακευτική αγωγή από μόνη της δεν αρκεί. Η θεραπεία με φάρμακα πρέπει να συμπληρώνεται με τις κατάλληλες ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές.

Μπορούμε να φανταστούμε το αντικαταθλιπτικό σαν έναν νάρθηκα ή μια σκαλωσιά: μπορεί να αφαιρεθεί μόλις ολοκληρωθεί το έργο της επούλωσης και της αποκατάστασης. Για τους ανθρώπους με μεμονωμένα επεισόδια κατάθλιψης, αυτή η στρατηγική λειτουργεί καλύτερα. Για άλλους, με επίμονα προβλήματα που ριζώνουν στην ιδιοσυγκρασία ή το περιβάλλον τους, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να χρειαστεί να λειτουργήσει περισσότερο σαν ένα μόνιμο και απαραίτητο στήριγμα για να κρατηθεί το κτίσμα όρθιο.

tovima.gr