Μια γενιά που μεγάλωσε με υποσχέσεις, σήμερα παλεύει απλώς να επιβιώσει με χαμηλούς μισθούς και κόστος ζωής στα ύψη – Σαρώνουν αλκοόλ και ουσίες

Η εικόνα μιας γενιάς που προσπαθεί να αντέξει την καθημερινότητα με κάθε τρόπο αρχίζει να γίνεται όλο και πιο έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες, την ώρα που η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και η κατάθλιψη σαρώνουν στις νεαρές ηλικίες.

Σπαρακτικά selfie βίντεο κατακλύζουν καθημερινά τα social media με νέους κυρίως εργαζόμενους να εκφράζουν από προβληματισμό μέχρι απελπισία για τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν και για τον καθημερινό αγώνα τους για επιβίωση.

Η Gen Z, νέοι, ηλικίας 14 έως 29 ετών, παραδέχονται ότι καταφεύγουν σε κάνναβη, αλκοόλ ή χάπια προκειμένου να αντέξουν την εργασιακή τους καθημερινότητα, αναφέρει η New York Post.

Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι οι εργοδότες συχνά δεν έχουν επίγνωση της κατάστασης.

Σύμφωνα με έρευνα σε 1.000 ενήλικες στις ΗΠΑ, ένα ανησυχητικό 35% των νέων δήλωσε ότι χρησιμοποιεί τέτοιες ουσίες πριν πάει στη δουλειά. Μετά το τέλος της ημέρας, το ποσοστό ανεβαίνει στο 56%, με βασικό στόχο την εκτόνωση του εργασιακού άγχους.

Τα στοιχεία, που συγκέντρωσε η Drug Rehab USA, βασίζονται σε απαντήσεις από όλες τις γενιές –Boomers, Millennials, Gen X και Gen Z– και αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που ξεπερνά τα στενά όρια μιας ηλικιακής ομάδας.

Η έρευνα σκιαγραφεί τον τρόπο με τον οποίο ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας, και κυρίως οι νεότεροι εργαζόμενοι, επιχειρούν να διαχειριστούν την πίεση του επαγγελματικού περιβάλλοντος.

Ρουτίνα πλέον οι εξαρτήσεις

Σε αρκετές περιπτώσεις, η χρήση ουσιών δεν περιορίζεται εκτός εργασίας, αλλά ενσωματώνεται στην ίδια τη ρουτίνα της ημέρας. Σχεδόν το ένα τρίτο των νέων (32%) δηλώνει ότι καταναλώνει ουσίες στα διαλείμματα, είτε μέσα στο αυτοκίνητο είτε ακόμη και στους χώρους του γραφείου.

Περίπου το 9% παραδέχεται ότι έχει χρησιμοποιήσει ουσίες ακόμη και κατά τη διάρκεια συσκέψεων ή επαγγελματικών κλήσεων, ενώ μόλις ένας στους πέντε δηλώνει ότι δεν έχει καμία σχέση με τέτοιες πρακτικές στο πλαίσιο της δουλειάς.

Σε σύγκριση με τους Baby Boomers, οι εργαζόμενοι της Gen Z εμφανίζονται πάνω από τρεις φορές πιο πιθανό να πάνε στη δουλειά υπό την επήρεια ουσιών.

Η πίεση που βιώνει η γενιά αυτή είναι εμφανής. Δύο στους τρεις νέους δηλώνουν ότι θα σκέφτονταν σοβαρά να εγκαταλείψουν τις ΗΠΑ, εξαιτίας του άγχους και του αυξημένου κόστους ζωής.

Παρόλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά μία γενιά.

«Δεν είναι ότι η Gen Z δεν μπορεί να διαχειριστεί το άγχος, αλλά ότι βιώνει μια εκδοχή ζωής που είναι διαρκώς “ενεργή” και δύσκολα μπορεί να αποστασιοποιηθεί», σημειώνει ο Andrew McKenna.

Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον συνεχούς συνδεσιμότητας, 24ωρης ενημέρωσης, πίεσης από τα κοινωνικά δίκτυα και οικονομικής αβεβαιότητας, η Gen Z καλείται να ανταπεξέλθει σε συνθήκες που δεν αφήνουν περιθώρια «ανάσας». Ταυτόχρονα, το υψηλό κόστος ζωής και ασφάλισης καθιστά υπηρεσίες όπως η ψυχολογική υποστήριξη δυσπρόσιτες.

Η Gen Z χάνει την πίστη της στην Αμερική, λέει το Axios, σημειώνοντας ότι «οι νέοι Αμερικανοί δηλώνουν ότι η χώρα βαδίζει σε έναν σκοτεινό δρόμο και εκφράζουν φόβους για ένα αβέβαιο μέλλον».

Παρά τις συχνές επικρίσεις περί τεμπελιάς ή έλλειψης αντοχών, η έρευνα δείχνει ότι η τάση της «αυτοθεραπείας» δεν περιορίζεται στους νέους.

Το 62% των Millennials πίνει αλκοόλ για να διαχειριστεί το άγχος

Οι Millennials, που βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένες επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, εμφανίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη υψηλότερα ποσοστά χρήσης ουσιών.

Το 62% δηλώνει ότι καταφεύγει στο αλκοόλ για να διαχειριστεί το άγχος, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τη Gen Z (61%), ενώ ακολουθούν η Gen X (56%) και οι Boomers (44%).

Αντίστοιχα, το 37% των Millennials δηλώνει χρήση ουσιών πριν τη δουλειά, έναντι 35% της Gen Z.

Σε συνολικό επίπεδο, το αλκοόλ παραμένει η πιο διαδεδομένη ουσία (57%), ενώ ακολουθούν η κάνναβη (54%) και η νικοτίνη (48%). Μικρότερα ποσοστά καταγράφονται σε φάρμακα για άγχος ή ύπνο, διεγερτικά, παυσίπονα και παράνομες ουσίες.

Ωστόσο, αυτή η «διέξοδος» έχει και οικονομικό τίμημα. Το 39% δηλώνει ότι ξοδεύει πάνω από 50 δολάρια την εβδομάδα, ενώ το 15% ξεπερνά τα 100.

«Αυτό που βλέπουμε είναι μια μετατόπιση: από τη διαχείριση του άγχους στην απλή επιβίωση», τονίζει ο McKenna. «Οι άνθρωποι καταφεύγουν σε ό,τι είναι άμεσα διαθέσιμο, γιατί εκείνη τη στιγμή μοιάζει λύση… Είναι ενήλικες που προσαρμόζονται σε ένα περιβάλλον όπου η πίεση είναι υψηλή και η υποστήριξη ανεπαρκής».

Την ίδια στιγμή, η οικονομική πραγματικότητα στις ΗΠΑ ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα πίεσης.

Αν γυρίσει κανείς στο 2019, θα δει μια εντελώς διαφορετική καθημερινότητα: βενζίνη στα 2,69 δολάρια το γαλόνι, αυγά στο 1,50 και ενοίκιο στα 1.300 δολάρια.

Σήμερα, οι τιμές αυτές έχουν εκτοξευθεί — με τη βενζίνη να φτάνει τα 4,10 δολάρια, τα αυγά τα 6,22 και τα ενοίκια τα 1.700, μαζί με το σύνολο σχεδόν των βασικών αγαθών.

Αν και η μείωση της αγοραστικής δύναμης μετά την πανδημία είναι γνωστή, νέα ανάλυση του Common Sense Institute δείχνει ότι το πρόβλημα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα.

Το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό διαθέτει περίπου 2.170 δολάρια τον μήνα μετά την κάλυψη βασικών εξόδων. Σε πολιτείες με υψηλό κόστος ζωής, το ποσό αυτό περιορίζεται δραματικά στα 800 δολάρια.

«Πληγή» το κόστος στέγασης

Ο βασικός παράγοντας είναι η στέγαση, που συνεχίζει να «απορροφά» το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.

Το 2025, τα νοικοκυριά δαπανούσαν κατά μέσο όρο το 18,5% του εισοδήματός τους για στέγαση και λογαριασμούς, με τεράστιες αποκλίσεις ανάλογα με την πολιτεία, από 13,5% έως και 28,8%.

Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει πώς η στεγαστική κρίση μετατράπηκε σε συνολική κρίση ακρίβειας.

Για να διατηρηθεί το επίπεδο ζωής του 2019, τα νοικοκυριά χρειάζονται πλέον 15.400 δολάρια περισσότερα τον χρόνο.

Οι αυξήσεις καταγράφονται σε όλους τους τομείς -από τρόφιμα και καύσιμα έως ασφάλειες και παιδική φροντίδα- με τη στέγαση να παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας.

Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Zachary Milne, «η στέγαση είναι ο βασικός μοχλός της κρίσης προσιτότητας».

Τα έξοδα στέγασης αυξήθηκαν κατά σχεδόν 5.000 δολάρια ετησίως μέσα σε έξι χρόνια, επηρεάζοντας κάθε πτυχή του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Η κρίση είναι εκτεταμένη, με 29 πολιτείες να καταγράφουν απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε περιοχές όπως το Rhode Island, η Massachusetts και η California, όπου το υψηλό κόστος κατοικίας και η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες.

Παράλληλα, η σύνδεση του κόστους στέγασης με το κόστος παιδικής φροντίδας εντείνει την πίεση στα νοικοκυριά, δημιουργώντας ένα διπλό οικονομικό βάρος.

Η γεωγραφική ανισότητα που προκύπτει δεν είναι απλώς στατιστική αλλά καθορίζει άμεσα την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων Αμερικανών.

newsbeast.gr