Στους μεγάλους χαμένους και οι εταιρείες του Έλον Μασκ – Στροφή των επενδυτών και σε ομόλογα, χρυσό

Η Wall Street πανηγυρίζει, το πετρέλαιο καταρρέει και οι αγορές ομολόγων ανακτούν το χαμένο έδαφος. Μέσα σε λίγες ώρες, η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές άλλαξε θεαματικά το επενδυτικό κλίμα, δημιουργώντας προσδοκίες για μια σημαντική στροφή στην πολιτική της Ουάσιγκτον.

Το μήνυμα των αγορών είναι σαφές: Η εκλογική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται να αποδειχθεί ο καταλύτης για τον τερματισμό ενός πολέμου που έχει εκτοξεύσει το ενεργειακό κόστος, έχει αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και έχει επιβαρύνει τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας.

Η αντίδραση είναι εντυπωσιακή σε όλο το φάσμα των επενδύσεων. Ο Dow Jones ενισχύεται κατά περισσότερες από 1.500 μονάδες, επιστρέφοντας πάνω από το ορόσημο των 53.000 μονάδων, ενώ ο S&P 500 και ο Nasdaq καταγράφουν ισχυρά κέρδη. Την ίδια στιγμή, το Brent έχει χάσει περισσότερο από 19% της αξίας του από το τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, με τους επενδυτές να προεξοφλούν ότι η νέα πολιτική ισορροπία στην Ουάσιγκτον αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες μιας συμφωνίας με την Τεχεράνη.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα χρηματιστηριακό ράλι μετά τις εκλογές. Πρόκειται για μια συνολική επανατιμολόγηση του πολιτικού και γεωπολιτικού κινδύνου, καθώς οι αγορές επιχειρούν να υπολογίσουν πόσο μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία κινήσεων του Αμερικανού προέδρου και πόσο γρήγορα θα μπορούσε να αποκλιμακωθεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Dow Jones: Η μεγαλύτερη άνοδος από τον Απρίλιο του 2025

Στη Wall Street, ο Dow Jones έφθασε ενδοσυνεδριακά να κερδίζει 1.646 μονάδες, ή 3,2%, καταγράφοντας την ισχυρότερη ανοδική κίνηση από τις 9 Απριλίου 2025, όταν ο Τραμπ είχε ανακοινώσει την προσωρινή αναστολή των λεγόμενων αμοιβαίων δασμών.

Στα νεότερα στοιχεία της συνεδρίασης, ο βιομηχανικός δείκτης βρισκόταν στις 53.339 μονάδες, με κέρδη 1.553 μονάδων ή 3%. Ο S&P 500 ενισχυόταν κατά 1,73%, στις 7.700 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq σημείωνε άνοδο 1,81%, στις 25.830 μονάδες.

Η άνοδος δεν περιορίζεται στους τεχνολογικούς κολοσσούς. Αντιθέτως, οι επενδυτές στρέφονται σε εταιρείες που συνδέονται περισσότερο με την πραγματική οικονομία και την εγχώρια κατανάλωση. Η Walmart ενισχύεται κατά περίπου 4% και η Bank of America κατά 3%, αντανακλώντας τις προσδοκίες ότι η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους θα μπορούσε να προσφέρει ανάσα στα αμερικανικά νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η υποχώρηση του δείκτη μεταβλητότητας VIX κατά σχεδόν 20%, στις 16,76 μονάδες. Ο λεγόμενος «δείκτης φόβου» της Wall Street αποτυπώνει τη θεαματική αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας που είχε συσσωρευθεί πριν από την εκλογική αναμέτρηση.

Πετρέλαιο: Η μεγαλύτερη ανατροπή και το στοίχημα της ειρήνης

Ακόμη πιο εντυπωσιακή από την άνοδο των μετοχών είναι η αντίδραση της αγοράς πετρελαίου.

Το Brent υποχώρησε την Τετάρτη κατά 8,7%, κλείνοντας στα 94,62 δολάρια το βαρέλι, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο μηνών. Το αμερικανικό αργό WTI κατέγραφε πτώση 8,3%, στα περίπου 88,12 δολάρια.

Μέσα σε λιγότερο από μία εβδομάδα, το Brent έχει χάσει περισσότερο από 19%, ενώ το WTI υποχωρεί σχεδόν 15%.

Η βουτιά αντανακλά μια δραματική μεταβολή στις εκτιμήσεις των επενδυτών για τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν. Οι τιμές είχαν ενισχυθεί τους προηγούμενους μήνες εξαιτίας της διαταραχής των εξαγωγών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο και των σοβαρών δυσκολιών στη μεταφορά φορτίων μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Τώρα, η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί την προσδοκία ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα αναγκαστεί να επιταχύνει τις προσπάθειες για διπλωματική διευθέτηση.

Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή του κλίματος διαδραμάτισαν οι δηλώσεις του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος συνέδεσε ευθέως την εκλογική συντριβή του κόμματός του με τον πόλεμο στο Ιράν.

Ο Βανς αναγνώρισε ότι πολλοί Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι στράφηκαν στους Δημοκρατικούς επειδή επιθυμούν τον τερματισμό της σύγκρουσης. Η τοποθέτησή του, την οποία υποστήριξε δημόσια και ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ενίσχυσε την πεποίθηση ότι ακόμη και στο εσωτερικό του προεδρικού περιβάλλοντος αυξάνονται οι πιέσεις για αλλαγή πορείας.

«Θα υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη πίεση για να τελειώσει ο πόλεμος», εκτιμά ο Peter Boockvar, επικεφαλής επενδύσεων της One Point BFG Wealth Partners, μιλώντας στο CNBC. Όπως επισημαίνει, οι Αμερικανοί εξέφρασαν ξεκάθαρα τη δυσαρέσκειά τους για τον πληθωρισμό και τις υψηλές τιμές της βενζίνης.

Η νέα εξίσωση για τον Τραμπ

Η αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν σημαίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος χάνει αυτομάτως τη δυνατότητα να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η συνέχιση του πολέμου μπορεί να γίνει πολιτικά και θεσμικά πολύ δυσκολότερη.

Όπως εξηγεί στους Financial Times ο Claudio Galimberti, επικεφαλής οικονομολόγος της Rystad Energy, η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου μεταβάλλει το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης.

Ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες όσον αφορά τα στρατιωτικά πλήγματα, τους αποκλεισμούς και τις κυρώσεις. Ωστόσο, η νέα πλειοψηφία μπορεί να προωθεί ψηφίσματα, να επιχειρεί να περιορίσει τη χρηματοδότηση των πολεμικών επιχειρήσεων και να καθυστερεί κρίσιμους διορισμούς.

Με άλλα λόγια, ο Τραμπ διατηρεί τα εργαλεία του πολέμου, αλλά περιορίζεται ο πολιτικός χρόνος που διαθέτει για να τα χρησιμοποιήσει χωρίς σοβαρό κόστος.

Ο Seb Barker, επικεφαλής στρατηγικής της Marshall Wace, εκτιμά ότι η αγορά προεξοφλεί πως τόσο το Κογκρέσο όσο και στελέχη της ίδιας της κυβέρνησης θα αρχίσουν να λειτουργούν ως παράγοντες περιορισμού της πολεμικής πολιτικής του προέδρου.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Δημοκρατικός ηγέτης στη Γερουσία Τσακ Σούμερ δήλωσε ότι η νέα πλειοψηφία θα συνεργαστεί με Ρεπουμπλικανούς για τον τερματισμό του πολέμου.

Η αλλαγή τόνου είναι ορατή και στον ίδιο τον Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε στη Wall Street Journal ότι είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς, ενώ στους New York Times εμφανίστηκε απολύτως πρόθυμος να αποδεχθεί το εκλογικό αποτέλεσμα.

Για τους επενδυτές, η αντίδρασή του έχει ιδιαίτερη σημασία. Μειώνει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, τον κίνδυνο μιας νέας περιόδου εσωτερικής πολιτικής αναταραχής.

Ράλι και στα ομόλογα

Η πτώση του πετρελαίου προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις στις αγορές κρατικού χρέους, καθώς περιορίζει τις προσδοκίες για επίμονα υψηλό πληθωρισμό και αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου υποχώρησε στο 4,891%, με ημερήσια πτώση περίπου οκτώ μονάδων βάσης.

Ακόμη πιο έντονη ήταν η αντίδραση στην Ευρώπη. Η απόδοση του βρετανικού δεκαετούς ομολόγου μειώθηκε κατά 13 μονάδες βάσης, στο 5,16%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ημερήσια υποχώρηση από τον Μάιο.

Στη Γαλλία, η αντίστοιχη απόδοση περιορίστηκε κατά 16 μονάδες βάσης, στο 4,78%.

Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το ενεργειακό σοκ των προηγούμενων μηνών είχε αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια των κεντρικών τραπεζών να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.

Εφόσον η αποκλιμάκωση του πετρελαίου αποδειχθεί διατηρήσιμη, θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά το οικονομικό περιβάλλον, μειώνοντας το κόστος παραγωγής και μεταφορών, ενισχύοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και δημιουργώντας ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης.

Την ίδια στιγμή, ο χρυσός ενισχύεται κατά 3,34%, στα 4.072 δολάρια ανά ουγγιά, ενώ ο δείκτης του δολαρίου υποχωρεί κατά 0,29%. Η ταυτόχρονη άνοδος των μετοχών, των ομολόγων και του χρυσού δείχνει ότι οι επενδυτές δεν εγκαταλείπουν πλήρως την αναζήτηση ασφάλειας, παρά την εντυπωσιακή βελτίωση του κλίματος.

Γιατί η Wall Street αγαπά τη διχασμένη εξουσία

Πέρα από τις ελπίδες για ειρήνη, υπάρχει και ένας δεύτερος παράγοντας που τροφοδοτεί την άνοδο των αμερικανικών μετοχών: η προοπτική πολιτικού αδιεξόδου στην Ουάσιγκτον.

Με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν πλέον τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία και τον Τραμπ να παραμένει στον Λευκό Οίκο, η αμερικανική πολιτική εισέρχεται σε μια περίοδο διχασμένης εξουσίας.

Παραδοσιακά, οι αγορές αντιμετωπίζουν μια τέτοια κατάσταση με σχετική αισιοδοξία, καθώς περιορίζεται η δυνατότητα μονομερών και αιφνιδιαστικών νομοθετικών παρεμβάσεων.

«Οι αγορές αγαπούν το πολιτικό αδιέξοδο. Δεν τους αρέσει όταν ένα κόμμα συγκεντρώνει υπερβολική εξουσία», επισημαίνει ο Andrew Slimmon της Morgan Stanley Investment Management.

Ο Jay Woods, επικεφαλής στρατηγικής της Freedom Capital Markets, εκτιμά ότι η αρχική αντίδραση του Τραμπ στο αποτέλεσμα συνέβαλε στην ανάκαμψη. Παρότι η αβεβαιότητα δεν εξαφανίζεται, το θεσμικό αδιέξοδο θεωρείται ιστορικά ευνοϊκό για τη χρηματιστηριακή αγορά.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών μπορεί να δυσκολέψει την προώθηση νέων φορολογικών ελαφρύνσεων, να εντείνει τον έλεγχο της κυβέρνησης και να προκαλέσει νέες συγκρούσεις για τον προϋπολογισμό και το όριο του ομοσπονδιακού χρέους.

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν οι θετικές επιπτώσεις από τη μείωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας θα υπερκαλύψουν τους κινδύνους μιας παρατεταμένης πολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι χαμένοι του «μπλε κύματος»: Ενέργεια, άμυνα και εταιρείες του Μασκ

Δεν συμμετέχουν, πάντως, όλοι στο χρηματιστηριακό πάρτι.

Οι ενεργειακές εταιρείες βρίσκονται στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, καθώς η κατακόρυφη πτώση του πετρελαίου επιβαρύνει τις προοπτικές κερδοφορίας τους.

Το Energy Select Sector SPDR ETF καταγράφει απώλειες άνω του 5%, με όλες τις 21 εταιρείες που περιλαμβάνει να κινούνται σε αρνητικό έδαφος. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του κλάδου από τον Απρίλιο του 2025.

Ισχυρές πιέσεις δέχονται και οι αμυντικές βιομηχανίες, καθώς οι επενδυτές επανεξετάζουν τις προοπτικές των στρατιωτικών δαπανών υπό το νέο Κογκρέσο.

Η Lockheed Martin υποχωρεί κατά περίπου 7%, η RTX κατά 3,1%, ενώ η Karman Holdings καταγράφει βουτιά σχεδόν 17% και η Kratos Defense απώλειες άνω του 11%.

Στους χαμένους συγκαταλέγονται και οι εταιρείες του Έλον Μασκ. Η Tesla υποχωρεί κατά 2,23%, ενώ η SpaceX χάνει περίπου 4,76%, καθώς η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών δημιουργεί νέα ερωτήματα για το πολιτικό και ρυθμιστικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούνται.

Πιέσεις δέχονται επίσης εταιρείες που συνδέονται με την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, όπως η CoreWeave.

Η εκλογή της Δημοκρατικής Τζίνα Ινοχόσα στη θέση της κυβερνήτη του Τέξας εντείνει τις ανησυχίες, καθώς έχει δεσμευθεί να επιβάλει άμεσο μορατόριουμ στην ανάπτυξη νέων κέντρων δεδομένων στην πολιτεία, η οποία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της αμερικανικής βιομηχανίας AI.

Η εξέλιξη υπενθυμίζει ότι το «μπλε κύμα» μπορεί να προσφέρει ανακούφιση σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα να δημιουργήσει νέους ρυθμιστικούς κινδύνους για άλλους.

Προεξοφλούν οι αγορές την ειρήνη πολύ νωρίς;

Παρά την ευφορία, η βασική αβεβαιότητα παραμένει: ο πόλεμος με το Ιράν δεν έχει τελειώσει και μια πολιτική μεταβολή στην Ουάσιγκτον δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με συμφωνία ειρήνης.

Ο Joel Hancock, αναλυτής εμπορευμάτων της Natixis, επισημαίνει στους Financial Times ότι οι πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ εμφανίζονται περισσότερο συμφιλιωτικές και δεν υποδηλώνουν επείγουσα πρόθεση επανάληψης των στρατιωτικών επιθέσεων.

Αυτό έχει ανατρέψει την προηγούμενη εκτίμηση της αγοράς ότι μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να ακολουθήσει αμέσως μετά τις εκλογές.

Ωστόσο, ο ίδιος προειδοποιεί ότι χωρίς μια πραγματική ειρηνευτική συμφωνία, το Brent είναι πιθανό να επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς το αυξημένο κόστος μεταφοράς και οι συνεχιζόμενες δυσκολίες στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο δεν πρόκειται να εξαφανιστούν από τη μία ημέρα στην άλλη.

Αυτό ακριβώς είναι και το όριο της σημερινής χρηματιστηριακής αισιοδοξίας.

Οι αγορές δεν πανηγυρίζουν επειδή λύθηκαν τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας ή επειδή αποκαταστάθηκε η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Πανηγυρίζουν επειδή θεωρούν ότι οι πιθανότητες μιας θετικής εξέλιξης έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Και αυτή η μεταβολή των προσδοκιών αρκεί, προς το παρόν, για να προκαλέσει ένα από τα ισχυρότερα ράλι των τελευταίων ετών.

Το πραγματικό τεστ, όμως, αρχίζει τώρα. Εάν η εκλογική ήττα οδηγήσει πράγματι τον Τραμπ σε διπλωματική υποχώρηση, η αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε να προσφέρει στην παγκόσμια οικονομία μια πολύτιμη ανάσα. Εάν, αντίθετα, οι ελπίδες για ειρήνη διαψευστούν, η σημερινή ευφορία μπορεί να αποδειχθεί εξίσου εύθραυστη με τις προσδοκίες που την τροφοδοτούν.

Για την ώρα, η Wall Street έχει ήδη εκδώσει τη δική της ετυμηγορία: η μεγαλύτερη πολιτική ήττα του Τραμπ μετατρέπεται σε μία από τις μεγαλύτερες χρηματιστηριακές νίκες της χρονιάς.

naftemporiki.gr