Η ηλειακής καταγωγής δικηγόρος και κάτοχος ΜΔΕ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, μιλάει στην Πρωινή για την επικείμενη αναθεώρηση του άρ.16

Συνέντευξη Πρωινή

Την άποψη ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν είναι αποκλειστικά νομικό ζήτημα αλλά κοινωνική και πολιτική επιλογή, διατυπώνει σε συνέντευξή της στην «Πρωινή» η Χρυσάνθη Παπαδοπούλου, δικηγόρος και κάτοχος ΜΔΕ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, με καταγωγή από την Ηλεία. Παράλληλα, εξηγεί γιατί ένα παν/μιο δεν μπορεί να είναι δημόσιο και ταυτόχρονα μη κρατικό και υπογραμμίζει την ανάγκη να μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον από το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην ποιότητα της εκπαίδευσης.

Πότε καθιερώθηκε το άρθρο 16 του Συντάγματος και ποιο είναι το ιστορικό του πλαίσιο;

Το άρθρο 16 του Συντάγματος, στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, παγιώθηκε με το Σύνταγμα του 1975. Ωστόσο, η διαμόρφωσή του δεν υπήρξε αιφνίδια. Ήδη από το Σύνταγμα του 1952 προβλεπόταν ότι τα πανεπιστήμια αυτοδιοικούνται υπό την εποπτεία του κράτους και ότι οι καθηγητές τους είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ η οργάνωσή τους ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προϋπήρχε και απλώς τυποποιήθηκε στα Συντάγματα του 1968 και 1973. Στα τελευταία αυτά, πράγματι, αφαιρέθηκε η δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων κατόπιν άδειας.

Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να αποσυνδέσουμε τη συνταγματική απαγόρευση από τα «χουντικά» συμφραζόμενα. Οι βασικές δομικές επιλογές του άρθρου 16 δεν αποτελούν προϊόν αυταρχισμού, αλλά εντάσσονται σε μια ευρύτερη θεώρηση της παιδείας ως δημόσιου αγαθού. Άλλωστε, ιστορικά, η θεωρητική δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων ουδέποτε οδήγησε στη λειτουργία τέτοιων ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, τα πολιτικά κίνητρα που αρχικά συνδέθηκαν με τον κρατικό χαρακτήρα των πανεπιστημίων εγκαταλείφθηκαν και ο δημόσιος χαρακτήρας τους απέκτησε θετικό περιεχόμενο: όχι έλεγχο ή λογοκρισία, αλλά ισότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.

Ποια είναι η σημασία της λέξης «αποκλειστικά» στο άρθρο 16 και το σκεπτικό του συντακτικού νομοθέτη;

Η χρήση της λέξης «αποκλειστικά» στο άρθρο 16 δεν είναι τυχαία ούτε διακοσμητική. Ο συντακτικός νομοθέτης αυτοδεσμεύεται ρητώς ως προς τη μορφή οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης, επιλέγοντας το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως τη μόνη μορφή που μπορεί να εγγυηθεί την προστασία του δικαιώματος στην παιδεία. Πρόκειται για μια θεσμική εγγύηση, η οποία αντλεί το περιεχόμενό της από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπου η παιδεία χαρακτηρίζεται «βασική αποστολή του κράτους».

Ο όρος «αποστολή» δεν εξαντλείται σε μια γενική μέριμνα, όπως συμβαίνει σε άλλους τομείς κοινωνικής πολιτικής, αλλά εγκαθιδρύει μια διαρκή και αναπαλλοτρίωτη κρατική υποχρέωση. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή απαγόρευση στην παράγραφο 8, το κράτος δεν θα μπορούσε να αποσυρθεί πλήρως από την ανώτατη εκπαίδευση. Η εμμονή μου στη λέξη «αποκλειστικά», αλλά και στη λέξη «απαγορεύεται», δεν είναι τυπολατρική. Αν οι λέξεις του Συντάγματος ερμηνεύονται κατά το δοκούν, ουδετεροποιούνται ή «αποκενώνονται» από το περιεχόμενό τους, τότε το Σύνταγμα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κείμενο αόριστων προθέσεων. Το γράμμα του Συντάγματος δεν αντιστρατεύεται τη δημοκρατία· την εγγυάται.

Μπορεί ένα δημόσιο πανεπιστήμιο να είναι ταυτόχρονα και μη κρατικό;

Η σύγχυση γύρω από τους όρους «δημόσιο», «κρατικό» και «ιδιωτικό» οφείλεται εν μέρει στον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, αλλά και στη σκόπιμη ή μη σύγχυση των εννοιών. Συνταγματικά, το ζήτημα είναι σαφές. Ένα πανεπιστήμιο, κατά το άρθρο 16, ανήκει στο κράτος, οργανώνεται ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, διαθέτει πλήρη αυτοδιοίκηση και δεν μπορεί να συσταθεί από ιδιώτες. Η παράγραφος 8 είναι απολύτως κατηγορηματική και αποτυπώνει τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη να αποκλείσει παντελώς τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται κάθε ιδιωτική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Η επαγγελματική ελευθερία του άρθρου 5 του Συντάγματος επιτρέπει τη λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτικών δομών, οι οποίες πράγματι λειτουργούν στην πράξη. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι οι δομές αυτές δεν μπορούν να απονέμουν ακαδημαϊκούς τίτλους ισότιμους με εκείνους των δημοσίων πανεπιστημίων, καθώς η απονομή τέτοιων τίτλων αποτελεί συνταγματικό προνόμιο των κρατικών ΑΕΙ. Επομένως, ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα δημόσιο και μη κρατικό· οι έννοιες αυτές, στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, είναι ασύμβατες.

Πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 16 και προς ποια κατεύθυνση;

Το ερώτημα της αναθεώρησης του άρθρου 16 δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά με νομικούς όρους. Πρόκειται για ζήτημα de lege ferenda, δηλαδή πολιτικής και κοινωνικής επιλογής, και όχι απλής ερμηνείας του ισχύοντος δικαίου. Σε προσωπικό επίπεδο, δεν είμαι καταρχήν αντίθετη με την ιδέα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Υπό αυστηρό έλεγχο και εποπτεία –στα προγράμματα σπουδών, στους όρους εισαγωγής, στις υποδομές και στο διδακτικό προσωπικό– θα μπορούσαν, θεωρητικά, να συμβάλουν θετικά, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες.

Για να γίνει, όμως, μια τέτοια συζήτηση γόνιμα, οφείλουμε να αποβάλουμε μια γενικευμένη καχυποψία απέναντι σε καθετί «μη κρατικό» και να μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον από το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην ποιότητα της εκπαίδευσης και στην ισότητα ευκαιριών. Αν ως κοινωνία δεν συμφωνούμε πλέον στον τρόπο οργάνωσης της ανώτατης εκπαίδευσης, τότε η αναθεώρηση αποτελεί τον μόνο θεσμικά έντιμο δρόμο. Όπως έλεγε ο Σαρίπολος, φορέας της αναθεώρησης είναι η ίδια η πηγή της εξουσίας. Πάντως, για λόγους πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι στις αναθεωρήσεις του 2001, 2008 και 2019 η επιλογή της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης επιβεβαιώθηκε ρητώς, με την απόρριψη κάθε πρότασης αναθεώρησης του άρθρου 16.