Του Νίκου Διάκου

Δεν ήταν το γνωστό σφύριγμα του τρένου που ξεκινάει. Ήταν το σφύριγμα της απαρχής του θανάτου. Κάποιοι, μέσα στον ενθουσιασμό της νιότης, το μπέρδεψαν, το πέρασαν για το γεφύρι που θα συνέχιζαν την καθημερινότητα της ζωής τους και έτρεξαν να το προλάβουν. Κάποιοι, ευτυχώς, το έχασαν και, αποκαμωμένοι από την προσπάθεια, γονάτισαν.

Ήταν σαν να προσεύχονται. Για ποιους όμως; Για εκείνους που χάθηκαν ή για εκείνους που έμειναν πίσω;

Ήταν οι τυχεροί όμως οι άλλοι που έμειναν πίσω και άτυχοι αυτοί που το πρόλαβαν; Γιατί αυτό δεν ήταν το τρένο που έψαχναν για να συνεχίσουν τη ζωή τους, αλλά το άλλο που οδηγούσε στην Αχερουσία λίμνη.

Και ακούστηκε ένα μακρόσυρτο στρίγκλισμα, σαν ουρλιαχτό, σαν ένα ακονισμένο μαχαίρι που τρίβεται σε γρέζο μέταλλο και σπάει απότομα. Τα τιτιβίσματα από το χαρούμενο μελίσσι που γύριζε από το καρναβάλι της ζωής σώπασαν απότομα, ο χώρος μεγάλωσε ξαφνικά, τα σώματα σπρώχτηκαν στις άκρες, τα μέταλλα άνοιξαν και οι ψυχές φτερούγησαν στην αιωνιότητα.

Κι άφησαν πίσω τους ένα κενό που τ’ απλωμένα χέρια δεν κάλυψαν ποτέ, κι έναν πόνο που έχασε στον χρόνο τον ήχο του, έγινε βουβός, αλλά που πονάει περισσότερο, σαν την πληγή που δεν γιαίνει ποτέ.