…και η ελαχίστη αυτών επαναδημιουργία σε έκταση 52.000 στρεμμάτων, με πρωτοβουλία του δασολόγου Αναστασίου Στεφάνου
(…)
Μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ολικής απώλειας ελληνικών δρυοδασών, αποτελεί αυτή των άλλοτε περίφημων Αρκαδικών δρυμών. Οι δρυμοί αυτοί, πέρα από την οικολογική τους αξία, διαμόρφωναν με το ειδυλλιακό τους περιβάλλον συγκεκριμένη αισθητική, που μετεξελίχθηκε σε ρεύμα, στ’ οποίο λειτούργησαν ποιητές και καλλιτέχνες, μα και άνθρωποι ευαίσθητοι, που αποζήτησαν στη δρυμώδη Αρκαδία το ιδεώδες της ζωής −κι αν θέλετε: την ουσία της ύπαρξής τους! Διότι ο τόπος ενέπνεε, δημιουργούσε αύρα και η ρίζα της ύπαρξης, η πηγή της ζωής, εκεί ήτο δυνατό ν’ αναζητηθεί. Το όλον της δημιουργίας, στους δρυμούς της Αρκαδίας έβρισκε νόημα. Αλλού στον κόσμο, τούτο το υψηλό δε θα ημπορούσε να πραγματωθεί γιατί στην Αρκαδία η ζωογόνος ενέργεια της κοσμογονίας διαμορφώθηκε με τη μαγιά του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και βρήκε τόπο ικανό να ευδοκιμήσει στους δρυμούς της. Το αρκαδικό ιδεώδες ανύψωνε και με συναίσθημα και ιδέα συγκροτούνταν, διότι συνίστατο σ’ ένα περιβάλλον που, κατά το ιδεώδες της αναζήτησης, το χαρακτήριζε η ιδανικότητα.
Στη δασώδη Αρκαδία ζούσαν άνθρωποι απομονωμένοι, μολαταύτα κοινωνικοί, όμορφα ζώντες, λυρικοί, φτασμένοι στην τελείωσή τους ως προς το ζην στο επίπεδο να επικοινωνούν με τους θεούς ̇ και μάλιστα, σύμφωνα με τον Παυσανία, να τρώγουν μαζί τους στο τραπέζι τους! Βέβαια, το φτάσιμό τους τόσο ψηλά απαιτούσε σκληρές θυσίες στ’ όνομα των θεών, όπως το να θυσιάζουν τα παιδιά τους στο όρος Λύκαιον, στο ιερό του Δία Λυκαίου. Κείνο πάντως που έμενε από τη ζωή τους είναι το ιδανικό της ευζωίας που απολάμβαναν, σε σημείο που να τους αποδέχονται οι θεοί ως συνδαιτυμώνες.
(…)
Οι Αρκαδικοί δρυμοί ήταν περίφημοι ανά τον κόσμο για το πλούσιο φυσικό τους περιβάλλον, η δε ζωή των Αρκάδων σ’ αυτούς θεωρείτο ειδυλλιακή και ήταν ζηλευτή. Μάλιστα, το ρομαντικό κίνημα στην Ευρώπη κατά τον 17ο αιώνα είχε επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό από τον τρόπο ζωής των Αρκάδων στο παραδείσιο περιβάλλον τους, που είχαν γραφτεί διθύραμβοι γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν ρομαντικές ιστορίες, που μιλούσαν για τις Νύμφες των Δρυμών και για τον Πάνα που ζούσε εκεί. Χαρακτηριστική ήταν η φράση στα έργα των ρομαντικών, «et in Arcadia ego», δηλαδή, «κι εγώ στην Αρκαδία», που εννοούσαν με τη γενικότερη έννοια, ότι «κι εγώ είμαι ευτυχισμένος, έχοντας απολαύσει τη γη της Αρκαδίας». Μάλιστα, το κίνημα υπέρ της Αρκαδίας κείνη την εποχή, σημείωσε τέτοια απήχηση, που ιδρύθηκε και Ακαδημία Μουσόφιλων στη Ρώμη, η οποία εμπνεόταν από το αρκαδικό ιδεώδες, η λεγόμενη «Ακαδημία των Αρκάδων», που ως μέλη της είχε πνευματικούς ανθρώπους απ’ όλη την Ευρώπη. Αυτοί, στη δημιουργία των πνευματικών τους έργων και στον τρόπο της ζωής τους είχαν ως πρότυπο την ιδεατή Αρκαδία και αποκαλούνταν με ονόματα εμπνευσμένα από την περιοχή, όπως Μαινάλιος, Τεγεάτης, Διπαιεύς κ.ά.
Ως αποτέλεσμα τούτων καθιερώθηκε ο όρος «Αρκαδική Φύση», που αναφέρεται στις αξίες που προβάλλουν το σεβασμό στο περιβάλλον και την απόλαυση που αυτό δίδει, με την ανάδειξη της υψηλής ιδέας που έχει η άγρια φύση και η ύπαιθρος, μαζί με τις αξίες που τούτη η συνειδητοποίηση προσφέρει (αισθητικές, συναισθηματικές, αναζωογονητικές κ.ά.) Από την παραπάνω θεώρηση, προέκυψε και ο όρος Arcadia, που αναφέρεται στην τέλεια ζωή (στη φύση).
Παρά τους όποιους συμβολισμούς της φράσης «Et in Arcadia ego», θα πρέπει να μείνουμε στο θεωρούμενο γεγονός τής ύπαρξης πλούσιας φύσης στην Αρκαδία, όπως την ήξερε (λόγω της φήμης της) και με βουκολική διάθεση την απέδωσε ο Βιργίλιος στις απλοϊκές «Εκλογές του» ̇ μια σειρά ποιημάτων που προσδιορίζονται τοπικά στην αρκαδική γη, από τα οποία και ξεκίνησε ο κατοπινός μύθος του αρκαδικού τοπίου. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο, στη δρυμώδη Αρκαδία έβρισκες το ιδανικό, την ουσία της ύπαρξης. Ο τόπος ενέπνεε, δημιουργούσε αύρα, και η πηγή της ζωής εκεί θεωρούνταν ότι ήταν δυνατό ν’ αναζητηθεί. Το όλον της δημιουργίας, στους δρυμούς της Αρκαδίας έβρισκε νόημα. Αλλού στον κόσμο τούτο το υψηλό αίσθημα δε θα ημπορούσε να πραγματωθεί, γιατί στην Αρκαδία η ζωογόνος ενέργεια της κοσμογονίας ζυμώθηκε με τη μαγιά του αρχαιοελληνικού πνεύματος και πολιτισμού, και βρήκε τόπο να διαπλαστεί στους δρυμούς της.
(…)
Η πυκνότητα της βλάστησης στους παραπάνω δρυμούς –κι ιδιαίτερα σ’ αυτόν της Σκιρίτιδος– ήταν τόσο μεγάλη, και η παρουσία της φύσης τόσο ισχυρή, που σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιοτέρων από τους κατοίκους της περιοχής, τις οποίες κατέγραψε ο δασολόγος Αναστάσιος Στεφάνου και τις παρουσίασε το έτος 1972 στα «Δασικά Χρονικά» (στα τεύχη 166‐167 μηνών Αύγουστος και Σεπτέμβριος του έτους 1972), «φίδι δεν τους έσχιζε και για να πάει κανείς από τις Κερασιές έως τις Κολλίνες, περπατούσε από κλαδί σε κλαδί». Σημείωνε ακόμα ο Γάλλος ρομαντικός Edgar Quinet, που επισκέφτηκε την περιοχή το έτος 1830, ότι τα συγκεκριμένα δάση είχαν να ξυλευτούν από την αρχαιότητα (Quinet Ε., «Η Ελλάδα του 1830 και οι σχέσεις της με την αρχαιότητα», μετάφραση: Λίλα Γκινάκα, πρόλογος: Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Αφοί Τολίδη, Αθήνα 1988, σελ. 78).
Από τους προαναφερόμενους πέντε σημαντικούς δρυμούς της Αρκαδίας, οι τέσσερις τελευταίοι μάς παραδόθηκαν –έστω κι υποβαθμισμένοι– στα νεώτερα χρόνια, ενώ ο πρώτος, ο δρυμός του Πελάγους απωλέσθηκε ήδη από το έτος 1775 (για τον δρυμό δε του Πελάγους, που λέγεται ότι εκεί η δρυς είχε πυκνή (μάλλον την πυκνότερη) παρουσία, δεν υπάρχουν μαρτυρίες, όπως σε αυτόν της Σκιρίτιδας, παρά μόνον η αναφορά του Παυσανία). Δεν παρέμειναν όμως για πολύ όρθιοι. Το τσεκούρι και η φωτιά, που ο Γέρος του Μοριά έκαμε σύνθημα στον αγώνα του κατά της Τουρκιάς, γίνηκε πράξη από τους Έλληνες κατά του περιβάλλοντός τους! Έτσι, σβήστηκαν από την ιστορία της Ελλάδας, χωρίς καν να εγνωστούν από τους σύγχρονους και να εννοηθούν για τη μεγάλη τους σημασία. Όπως από στοιχεία προκύπτει, οι δρυμοί αυτοί, άλλοι ολοκληρωτικά κι άλλοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, καταστράφηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1830 και 1880. Μάλιστα, σε δημόσιο έγγραφο του έτους 1920 γίνεται λόγος για τις περίφημες «κουτσούρες», τις ρίζες των δρυών που τροφοδοτούσαν τα τζάκια των σπιτιών, που ήταν ότι απέμεινε από τους περίφημους Αρκαδικούς Δρυμούς –η ψυχή τους!.., που κι αυτή ξεριζώθηκε για να παραδοθεί στην πυρά. Οποία γύμνια!..
Τα εδάφη των δρυμών φυτεύτηκαν κατά τα νεώτερα χρόνια από τη δασική υπηρεσία με καστανιά, μαύρη πεύκη, δρυ και σε μικρότερη κλίμακα με κυπαρίσσια, καρυδιές και ακακίες, σε έκταση 52.000 στρεμμάτων περίπου ̇ προφανώς για να καλύψει τη γύμνια των εδαφών που δημιούργησε η ανθρώπινη δραστηριότητα, αλλά και για να πραΰνει τις ενοχές που δημιούργησε το αποτρόπαιο θέαμα της γυμνότητας! Η αναδάσωση πραγματοποιήθηκε το χρονικό διάστημα 1963‐1969 με πρωτοβουλία του δασολόγου και καταγόμενου από την περιοχή Αναστάσιου Στεφάνου. Όμως, πώς θα ήταν δυνατό η νεώτερη δημιουργία, όσο ευγενής κι αν ήταν, να καλύψει την πρωταρχική, υψηλή για το περιεχόμενο και την ιδέα της;
Ο τελευταίος γίγαντας αυτών των δρυμών, προερχόμενος από το δάσος της Σκιρίτιδος, έσβησε την 30η Μαΐου του 1971, ύστερα από έναν ισχυρό άνεμο, που τον έριξε καταγής. Βρισκόταν στη γωνιά της εκκλησίας του Αϊ Γιώργη, του παλιού νεκροταφείου της Βλαχοκερασιάς, και η πτώση του (όπως διαπιστώθηκε από αυτοψία που πραγματοποίησε τότε το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών) οφείλονταν σε προχωρημένη σήψη του ριζικού του συστήματος λόγω αποκοπής μεγάλου τμήματός του για τη θεμελίωση της εκκλησίας. Το δένδρο εκείνο είχε ηλικία 300 ετών, περίμετρο κορμού 5,40 μέτρα και διάμετρο βάσης 1,70 μέτρα. Ήταν το τελευταίο σπερμοφυές υπόλειμμα των περίφημων αρκαδικών δρυμών. Σημειώνουμε ότι υπολείμματα των δρυμών τούτων, προερχόμενα όμως από πρεμνοβλάστηση, μπορεί να συναντήσουμε ακόμα και σήμερα –που φτάνουν έως την ηλικία των 150 ετών–, όμως σπερμοφυές υπόλειμμά τους δεν υπάρχει.
(…)
(από το βιβλίο του Αντώνη Καπετάνιου “Τα δένδρα π’ αγαπούμε, τα πληγώνουμε! Ωδή σε τρία δένδρα: στην ελιά, στη δρυ, στο πεύκο”, αυτοέκδοση, Αθήνα 2022, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=60398).