Παρατηρώ τις κυβερνητικές αντιδράσεις σε σχέση με την υπόθεση των ΕΛΤΑ. Μοιάζει με μια απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, έστω και μέσα από τις φωνές και διαμαρτυρίες των τοπικών κυβερνητικών βουλευτών που δεδομένων των δημοσκοπικών χαμηλών πτήσεων βλέπουν την επανεκλογή με το κιάλι.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι όταν πρωτοξέσπασε ο θόρυβος για τον «ξαφνικό θάνατο» 205 υποκαταστημάτων των ΕΛΤΑ, η κυβέρνηση προσπάθησε να τον παρουσιάσει ως ένα πρωτίστως επικοινωνιακό πρόβλημα 

Αποκορύφωμα της επικοινωνιακής αυτής διαχείρισης ήταν η «καρατόμηση» του διευθύνοντος συμβούλου των ΕΛΤΑ, με ταυτόχρονη, βέβαια, αποσαφήνιση ότι η «μεταρρύθμιση» θα συνεχιστεί.

Κι αυτό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα  στο πώς η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Γιατί οι άνθρωποι που ξεσηκώθηκαν σε όλη την Ελλάδα για το κλείσιμο των υποκαταστημάτων των ΕΛΤΑ δεν το έκαναν απλώς και μόνο γιατί θα χρειάζεται να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις για να παραλάβουν ένα γράμμα. Το έκαναν γιατί αυτό το μέτρο φάνταζε στα μάτια τους ως ένα ακόμη βήμα εγκατάλειψης ολόκληρων περιοχών, είτε αυτό αφορά αγροτικές περιοχές, είτε γειτονιές στα αστικά κέντρα.

Γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν λειτουργεί με γραμμικό τρόπο. Συχνά οι άνθρωποι δεν ξεσηκώνονται «αυτόματα» απέναντι στα μεγάλα προβλήματα, αλλά στο «μικρό» που έρχεται σαν τη σταγόνα που κάνει το ποτήρι να ξεχειλίζει.