
Όσο συνεχίζεται η γενοκτονία στη Γάζα, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ευαισθητοποιείται όλο και περισσότερο για τα δεινά από τα οποία υποφέρει ο παλαιστινιακός λαός. Η κοινωνική αντίδραση υποχρεώνει τις πολιτικές ελίτ, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, να πάρουν αποστάσεις από το καθεστώς Νετανιάχου.
Στις 22 Μαΐου 2024, η Νορβηγία, η Ιρλανδία και η Ισπανία ανακοίνωσαν ότι αναγνωρίζουν την Παλαιστίνη με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Αμέσως, το Ισραήλ ανακάλεσε τους πρεσβευτές του από τις πρωτεύουσες των τριών ευρωπαϊκών χωρών και ανακοίνωσε, ως αντίποινα, ότι θα επεκτείνει τους παράνομους οικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη
Στις 4 Ιουνίου, την ίδια απόφαση πήρε η Σλοβενία, ενώ έγινε γνωστό ότι η Μάλτα και το Βέλγιο συζητούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Καμία όμως από τις χώρες της G7 – Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Μ. Βρετανία, ΗΠΑ – δεν έχει πάρει ανάλογη πρωτοβουλία μέχρι που ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε ότι η χώρα του θα αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.
Η αντίσταση της Δύσης κάμπτεται λόγω της ισραηλινής βαρβαρότητας στη Γάζα και η κίνηση του Εμμ. Μακρόν, που ηγείται της δεύτερης μεγαλύτερης χώρας στην ΕΕ, θα έχει τεράστιο διπλωματικό και συμβολικό βάρος.
Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη που διατηρεί στενές σχέσεις με το καθεστώς Νετανιάχου η εξέλιξη αυτή είναι εξαιρετικά δυσάρεστη. Η ελληνική κοινωνία, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, παρακολουθεί με συγκίνηση το δράμα των Παλαιστινίων και αποδίδει ιστορικές ευθύνες στο Τελ Αβίβ.