«Τούτο το βιβλίο είναι πράξη ευθύνης απέναντι στο παρελθόν και διεκδίκησης για το δικαίωμα στο μέλλον», επισημαίνει ο πρώην πρωθυπουργός,στον πρόλογο του βιβλίου «Ιθάκη» που δόθηκε  στη δημοσιότητα, μία μέρα μετά τη γνωστοποίηση του εξωφύλλου.

«Είχα τη βεβαιότητα από καιρό πως στην Ιστορία δεν οφείλουμε να παρουσιαστούμε δικαιωμένοι της οφείλουμε, όμως, να μιλήσουμε. Με ευθύνη, με καθαρότητα και χωρίς φόβο. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο αυτό», τονίζει ο Αλεξης Τσίπρας, αναφερόμενος στους λόγους που συνέγραψε την «Ιθάκη».

«Ώρα να ακουστεί η δική μου φωνή»

 «Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που φτάνεις σ’ έναν κόμπο. Όχι έναν απλό δισταγμό ή μια δύσκολη απόφαση της καθημερινότητας, αλλά σε εκείνο το κρίσιμο σημείο όπου κάθε εσωτερική σου βεβαιότητα δοκιμάζεται. Στη μέχρι τώρα πολιτική μου διαδρομή, έχω βρεθεί πολλές φορές μπροστά σε τέτοιους κόμπους. Και κάθε φορά, το βάρος ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα άντεχε να σηκώσει ένας άνθρωπος μόνος του. Γιατί όταν οι αποφάσεις σου δεν επηρεάζουν απλώς τη δική σου ζωή, αλλά διαμορφώνουν τη μοίρα χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων, η ευθύνη γίνεται σχεδόν υπαρξιακή. Δεν χωρούν βεβιασμένες κινήσεις αλλά ούτε και καθυστερήσεις. Δεν υπάρχει χώρος για απλουστεύσεις.

Το βιβλίο αυτό γεννήθηκε από μια τέτοια ανάγκη. Όχι από την ανάγκη για προσωπική δικαίωση. Δεν γράφτηκε για να εξωραΐσει αποφάσεις, να ωραιοποιήσει γεγονότα ή να κατασκευάσει ένα αφήγημα βολικό για τον συγγραφέα του. Ο αναγνώστης, εξάλλου, γρήγορα θα συνειδητοποιήσει πως το βιβλίο γράφτηκε από την αίσθηση μιας εσωτερικής υποχρέωσης: την ανάγκη της μαρτυρίας. Να ειπωθούν τα γεγονότα όπως τα έζησα, να αποτυπωθούν οι συνθήκες, οι συγκρούσεις, τα διλήμματα και το κόστος.

Γιατί είχα τη βεβαιότητα από καιρό πως στην Ιστορία δεν οφείλουμε να παρουσιαστούμε δικαιωμένοι της οφείλουμε, όμως, να μιλήσουμε. Με ευθύνη, με καθαρότητα και χωρίς φόβο. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο αυτό.

Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ακουστεί και η δική μου φωνή. Η ώρα να ειπωθεί η αλήθεια όπως τη βίωσα. Η δική μου αλήθεια.

Γράφω για να καταθέσω την εμπειρία μιας χώρας και του λαού της, που, σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας του, τόλμησε να διεκδικήσει αξιοπρέπεια, παραβιάζοντας τους κανόνες, αυτούς τους κανόνες που είχαν επιβληθεί όχι για να προστατεύουν τους αδύναμους, αλλά για να διασφαλίζουν τη μονιμότητα της δύναμης των ισχυρών.

Γράφω για μια συλλογική προσπάθεια η οποία δεν δίστασε να αμφισβητήσει ένα κατεστημένο που θεωρούσε τον εαυτό του μόνιμο ιδιοκτήτη αυτής της χώρας. Ένα κατεστημένο που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι η εξουσία του μπορεί να είναι εφήμερη. Γράφω γιατί αυτή η συλλογική προσπάθεια, με όλα τα λάθη, τις υπερβολές, τις αντιφάσεις της, τόλμησε να προσπαθήσει να αλλάξει τη ροή της Ιστορίας.

Σε μια εποχή όπου η πολιτική είχε γίνει διαχείριση της παρακμής, εμείς επιχειρήσαμε να αρθρώσουμε μια διαφορετική αφήγηση. Δεν το πετύχαμε πάντα. Δεν ήταν όλες οι μάχες νικηφόρες. Αλλά κάθε μας βήμα συνοδευόταν από το όνειρο ενός καλύτερου, πιο δίκαιου κόσμου για τους πολλούς, για τους πιο αδύναμους. Γράφω γιατί θέλω να δείξω πως μπορεί να έκανα λάθη, αλλά ποτέ δεν μου έλειψε το θάρρος, ούτε όμως και άφησα τη χώρα μου μοιρολατρικά να τη σπρώξουν στον γκρεμό οι ίδιοι αυτοί που στη συνέχεια θα μας έδειχναν με το δάχτυλο ως υπεύθυνους της καταστροφής.

Γράφω γιατί θέλω να δείξω πως έθεσα τον εαυτό μου στην υπηρεσία της χώρας μου αλλά και στην υπόθεση της κοινωνικής δικαιοσύνης, επιδιώκοντας με όλη τη φλόγα της ψυχής μου, και με την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών μου, μια καλύτερη μοίρα για αυτόν τον βασανισμένο λαό.

Η δική μου Ιθάκη δεν είναι απλώς μια αφήγηση του παρελθόντος, δεν είναι η αφήγηση του νόστου. Δεν γράφτηκε, μόνο, για να καταγραφούν τα γεγονότα, ως ένα είδος απολογισμού. Είναι, πρώτα απ’ όλα, μια προσπάθεια να κατανοήσουμε το παρόν: να δούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, μέσα από ποια διαδρομή, ποιες επιλογές, ποιες μικρές ή μεγάλες νίκες, ποιες ήττες. Και, ταυτόχρονα, αποτυπώνει την επιδίωξή μου να μιλήσω για το μέλλον, όχι με όρους αφηρημένης ευχής, αλλά να το περιγράψω όσο γίνεται πιο αναλυτικά και με την πίστη ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει.

Το βιβλίο αυτό είναι η μαρτυρία ενός ανθρώπου που έζησε από μέσα τη διακυβέρνηση σε καιρούς θύελλας· που κλήθηκε να διαπραγματευτεί με τους ισχυρούς της Ευρώπης· που πήρε αποφάσεις κρίσιμες, σκληρές, αμφιλεγόμενες, αποφάσεις που επηρέασαν τη ζωή εκατομμυρίων συμπολιτών μας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τούτο το βιβλίο δεν είναι μόνο μια κατάθεση εμπειριών. Είναι και μια πρόταση. Είναι η προσπάθεια να μετατραπεί η γνώση που αποκτήθηκε μέσα στη φωτιά της κρίσης σε σκέψη, σε σχέδιο, σε όραμα για την Ελλάδα του αύριο. Μια Ελλάδα που δεν θα πορεύεται φοβισμένη ή παραιτημένη, αλλά θα τολμά να στοχάζεται, να διεκδικεί, να αλλάζει.

Μιλάμε συχνά για το αύριο ως κάτι μακρινό, αφηρημένο. Εδώ, θέλω να το δω αλλιώς: ως πεδίο ευθύνης. Να μιλήσουμε για το αύριο με όρους δικαιοσύνης, με κοινωνικό περιεχόμενο, με σαφείς προτεραιότητες. Ποια χώρα θέλουμε, ποια οικονομία, ποιο Κράτος Δικαίου, ποια εργασία, ποια παιδεία, ποια δημοκρατία; Δεν υπάρχουν ουδέτερες απαντήσεις σ’ αυτά. Υπάρχουν μόνο πολιτικές επιλογές. Και αυτό το βιβλίο είναι, με τον δικό του τρόπο, μια τέτοια επιλογή.

Γιατί η προσπάθεια για την κοινωνική αλλαγή δεν είναι θεωρία, ούτε ουτοπία, αλλά πράξη καθημερινών μικρών ή μεγαλύτερων ρήξεων και προωθητικών συμβιβασμών. Και η διακυβέρνηση δεν είναι δουλειά του «ταξικού εχθρού», ούτε σημαίνει εγκατάλειψη των ιδεών, αλλά πάλη για την υλοποίησή τους μέσα στις αντιξοότητες της πραγματικότητας.

Τέλος, γράφω αυτό το βιβλίο γιατί νιώθω πως δεν έχω το δικαίωμα να αφήσω την Ιστορία στα χέρια εκείνων που πιστεύουν πως τους ανήκει, μόνο και μόνο επειδή σήμερα θεωρούνται οι νικητές. Η Ιστορία δεν είναι τρόπαιο, ούτε πεδίο ιδιοκτησίας. Είναι το κοινό μας έδαφος, χώρος μνήμης, ευθύνης και αλήθειας. Και αν δεν διεκδικήσεις την αλήθεια, αν δεν καταθέσεις τη δική σου μαρτυρία, τότε εγκαταλείπεις αμαχητί όχι μόνο το χθες αλλά κυρίως το σήμερα και το αύριο. Κι αυτό το αύριο της πατρίδας μας, αλλά και των συλλογικών μας αγώνων για μια δίκαιη κοινωνία δεν είμαι διατεθειμένος να το εγκαταλείψω, τουλάχιστον όχι αμαχητί.

Γι’ αυτό, τούτο το βιβλίο είναι πράξη ευθύνης απέναντι στο παρελθόν και διεκδίκησης για το δικαίωμα στο μέλλον».