Μετά τις σημερινές εξελίξεις στη Βουλή, με την αποχώρηση των βουλευτών της Νέας Αριστεράς κατά τη συζήτηση της πρότασης για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, ο Αλέξης Χαρίτσης, Βουλευτής Μεσσηνίας, επισημαίνει τα εξής:
Η επίκληση της «εθνικής ασφάλειας» προκειμένου να απαιτηθούν 151 ψήφοι για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για το ζήτημα των υποκλοπών συνιστά παραβίαση του Συντάγματος και θεσμική εκτροπή. Ακόμα μία από τις πολλαπλές πληγές που έχει καταφέρει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στο κράτος δικαίου.
Στο σκάνδαλο των υποκλοπών αναδεικνύεται περίτρανα η κυβερνητική υποκρισία. Από το «δεν το γνώριζα και δεν θα το επέτρεπα» και «νόμιμη αλλά πολιτικά μη αποδεκτή» η επισύνδεση του κ. Ανδρουλάκη μέχρι τους «ιδιώτες» που είχαν ως «χόμπι» να κατασκοπεύουν πολιτικούς, υπουργούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, στρατιωτικούς, η κυβέρνηση – και ο κ. Μητσοτάκης προσωπικά – προσποιούνται ότι ο ελέφαντας στο δωμάτιο δεν υπάρχει.
Ακόμα και αν – σε ένα εντελώς φανταστικό σενάριο – λέγαμε ότι ο πρώτος νόμος της κυβέρνησης Μητσοτάκη για το επιτελικό κράτος, που έθετε την ΕΥΠ υπό την εποπτεία του ίδιου του Πρωθυπουργού, η εκ των υστέρων νομοθετική ρύθμιση προκειμένου να νομιμοποιηθεί ο κ. Κοντολέων ως επικεφαλής της ΕΥΠ, οι αντισυνταγματικές – με τη σφραγίδα του ΣτΕ – τροποποιήσεις του νόμου για το δικαίωμα ενημέρωσης του παρακολουθούμενου, όλα αυτά, είχαν να κάνουν μόνο με τη γενικότερη αυταρχική αντίληψη της κυβέρνησης και την απέχθειά της για τη λογοδοσία, και όχι με το σκάνδαλο των υποκλοπών και τη συγκάλυψή του, σήμερα τι ακριβώς γίνεται;
Μετά την απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αθηνών και όσα ακούστηκαν στο ακροατήριο, είναι δυνατόν ο Πρωθυπουργός να μην ενδιαφέρεται να μάθει αν στη χώρα εξελισσόταν κατασκοπεία ή απόπειρα κατασκοπείας; Ειδικά όταν στόχοι ήταν υπουργοί και ο αρχηγός του στρατεύματος.
Είναι δυνατόν να μην αφορά τον Πρωθυπουργό ότι μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως για στημένες και δοσμένες από πριν ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, όταν αυτές οι ερωτήσεις του έγιναν από βουλευτές της ΚΟ της οποίας ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είναι πρόεδρος;
Είναι δυνατόν να μην τον αφορά ότι ο καταδικασθείς πρωτοδίκως απόστρατος Ισραηλινός αξιωματικός λέει ότι λογισμικά τύπου Predator διατίθενται μόνο σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας και κάνει αναφορές στον Νίξον και το σκάνδαλο Watergate;
Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να ισχυριστεί ότι «ένοχος ένοχον ου ποιεί». Μόνο που αυτό αφορά την περίπτωση μαρτυρίας κάποιου που είναι συγκατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση. Αν, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης βλέπει τον εαυτό του ως «συγκατηγορούμενο» του κ. Ταλ Ντίλιαν στην υπόθεση των υποκλοπών, ας το πει. Σε οποιαδήποτε σοβαρή δημοκρατία, μια τέτοια δήλωση σαν αυτή του κ. Ντίλιαν θα σήμαινε συναγερμό. Θα γεννούσε την ανάγκη ακόμη βαθύτερης, πλήρους διερεύνησης. Εδώ, όμως, γεννά άκρα του τάφου σιωπή.
Και δεν έχει καμία σημασία αν αυτή η δικαστική απόφαση προέρχεται από ένα Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Εκτός αν υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις και εισαγγελικά πορίσματα δύο κατηγοριών: εκείνες που η κυβέρνηση επικαλείται ως τεκμήριο θεσμικής σοβαρότητας – όταν προέρχονται από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, εκεί που παρεμπιπτόντως διορίζει την ηγεσία η κυβέρνηση – και εκείνες που αντιμετωπίζονται περίπου ως μια ενοχλητική λεπτομέρεια της επικαιρότητας.
Όταν ο Εισαγγελέας στην αγόρευσή του λέει ότι «μετά τις εκλογές του 2019, στελέχη της Intellexa του Predator ήρθαν διερευνητικά στην Ελλάδα μέσω κυβερνητικών προσβάσεων που φαίνεται ότι είχε αλυσίδα συγκεκριμένων ατόμων» (και τα απαριθμεί ονομαστικά), ότι «το ⅓ των θυμάτων του Predator παρακολουθούνταν και από την ΕΥΠ», ότι «τυχόν χρήση του Predator από μυστικές υπηρεσίες θα έπρεπε να είναι σημείο αφύπνισης» και ότι αυτό «αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν», είναι δυνατόν ένας Πρωθυπουργός να μένει απαθής; Να μην έχει γυρίσει τον κόσμο ανάποδα για να μάθει αν τελικά υπήρξε στη χώρα δίκτυο κατασκοπείας; Ποιος χρηματοδοτούσε αυτή τη λειτουργία; Ποιος είχε πρόσβαση στο παραγόμενο υλικό; Ποιος αξιοποιούσε αυτές τις πληροφορίες;
Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο Πρωθυπουργός έχει εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, δεν του γεννιέται ούτε ένας προβληματισμός όταν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του νομικού και θεσμικού κόσμου λέει δημόσια και ξεκάθαρα ότι υπάρχει σοβαρό θεσμικό ζήτημα με την απόφαση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλα να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο; Όταν Δικηγορικοί Σύλλογοι, συνταγματολόγοι, ανώτατοι θεσμικοί παράγοντες –άνθρωποι που ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει επικαλεστεί σε άλλες συγκυρίες, ως θεσμικές αυθεντίες- επιμένουν ότι η υπόθεση δεν μπορεί να θεωρείται λήξασα – δεν νιώθει κανέναν προβληματισμό ο κύριος Μητσοτάκης;
Ο κύριος Μητσοτάκης και ήξερε και οργάνωσε και συγκάλυψε.
Γι’ αυτό πήρε την ΕΥΠ υπό την εποπτεία του και άλλαξε τη νομοθεσία. Γι’ αυτό ακύρωσε την ΑΔΑΕ στην πράξη. Γι’ αυτό η δολοφονία χαρακτήρα στον πρόεδρό της κύριο Ράμμο. Γι’ αυτό η χειραγώγηση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής. Γι’ αυτό οι στημένες και υπαγορευμένες απαντήσεις και ερωτήσεις μαρτύρων ενώπιον της εξεταστικής. Γι’ αυτό η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην Ελλάδα επί ημερών Μητσοτάκη κοντεύει να γίνει το πιο σύντομο ανέκδοτο. Γι’ αυτό η στιγμή που ο Ταλ Ντίλιαν θα μιλήσει είναι η στιγμή του απόλυτου φόβου για την κυβέρνηση. Γι’ αυτό ακούγονται τόσα σενάρια για φωτογραφικές διατάξεις στον Ποινικό Κώδικα ώστε να «πέσει στα μαλακά» ο κ. Ντίλιαν για να μην πάρει μαζί του στον όλεθρο το Μέγαρο Μαξίμου. Ας ελπίσουμε ότι αυτό το τελευταίο δεν θα το τολμήσουν.
Αν όντως ο κ. Μητσοτάκης δεν είχε κάτι να φοβηθεί, σήμερα η Κ.Ο της ΝΔ θα έπρεπε να υπερψηφίσει την πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Και να κληθεί να καταθέσει ο κ. Ντίλιαν και όλοι οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι. Οτιδήποτε άλλο είναι ομολογία ενοχής.