Γράφει ο Άγγελος Μιχαλόπουλος
Δάσκαλος, μέλος του Συνεργατικού Δικτύου Εκπαιδευτικών Ηλείας με την Παιδαγωγική Freinet
Παρακολουθώντας τον δημόσιο διάλογο για τα Ωνάσεια σχολεία, τις τελευταίες ημέρες, σκέφτομαι πόση απόσταση μας χωρίζει από ένα δημόσιο σχολείο που μορφώνει πραγματικά (γνωστικά, ηθικά και αισθητικά), που δίνει χώρο στα παιδιά να ακουστούν, που ακουμπά στις αγωνίες της ηλικίας τους και τα προτρέπει να σχετιστούν μεταξύ τους ουσιαστικά και να συνεργαστούν στο πλαίσιο της συλλογικότητας, αίροντας κάθε είδους διάκριση.
Όλα τα παραπάνω είναι όσα η παιδαγωγική επιστήμη βάζει ως κριτήρια επιτυχίας ενός εκπαιδευτικού συστήματος, για να μπορεί η νέα γενιά να είναι ψυχικά και γνωστικά επαρκής, ώστε να γεύεται τη χαρά της ηλικία της και να προετοιμάζεται για το αύριο. Αναρωτιέμαι εδώ σε ποια από αυτές τις προκλήσεις έρχεται να απαντήσει η θεσμοθέτηση των Ωνάσειων σχολείων. Ποια από τα ζητήματα που περιγράφουν εν πολλοίς τη σημερινή σχολική πραγματικότητα θα επιλύσει;
Υποδομές
Σύμφωνα με τις διατάξεις, το ίδρυμα θα χρηματοδοτεί έργα υποδομής που αφορούν σε κτιριακές ανάγκες και εξοπλισμό. Μόνο που αυτό θα γίνει για τα συγκεκριμένα σχολεία, δημιουργώντας μια συνθήκη ανισότητας, σε σχέση με τα άλλα. Το κράτος ομολογεί περίτρανα την ανεπάρκειά του να εκπληρώσει τη βασική του αποστολή: να μεριμνεί για τις ανάγκες του λαού του.
Θα μπορούσε να προταθεί ένα μέρος των εσόδων από τα διόδια του νέου αυτοκινητοδρόμου Πατρών-Πύργου να διατεθεί για όλες τις δομές υγείας και εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν καταγράψει οι τοπικοί αυτοδιοικητικοί φορείς.
Εισαγωγικές εξετάσεις
Τα Ωνάσεια ακολουθούν τα όσα ισχύουν για τα Πρότυπα σχολεία. Δηλαδή, απευθύνονται σε όλους, αρκεί να είναι επιτυχόντες στις εισαγωγικές εξετάσεις. Πρόκειται για είκοσι κλειστές ερωτήσεις στη Γλώσσα και άλλες τόσες στα Μαθηματικά, όλες του τύπου «πολλαπλής επιλογής». Από το περιεχόμενο των θεμάτων μπορούμε να πούμε ότι ξεπερνούν τη διδακτέα ύλη του Δημοτικού. Αυτό σηματοδοτεί ότι χρειάζεται σκόπιμη προετοιμασία για μελέτη και εξάσκηση σε παλιά θέματα στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού και στο φροντιστήριο για τους έχοντες την οικονομική δυνατότητα. Ο τρόπος και ο χρόνος διδασκαλίας, αντί να προάγει την ελεύθερη έκφραση, μέσα από τον λόγο
και την τέχνη, την εργασία σε ομάδες, την έρευνα στα επιστημονικά πεδία, τη μελέτη της τοπικής ιστορίας, εκπίπτει σε προγύμναση για τις εισαγωγικές στη Γλώσσα και τα Μαθηματικά.
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί αυτό το μοντέλο να ευνοήσει τη συμπερίληψη, την αλλολοκατανόηση και την αποδοχή. Αντίθετα, προάγει τον ανταγωνισμό, τον ελιτισμό, την περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύναμων μαθητών και των οικογένειών τους. Θα πρέπει να διερωτηθούμε ειλικρινά τι σημαίνει «ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση» σε έναν άνισο κόσμο. Από την άλλη, δεν πληροί, ούτε για τους μαθητές που θα εισαχθούν, τα κριτήρια που έχει θέσει η παιδαγωγική και τα οποία αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου, καταλήγοντας να αδικεί τελικά όλα τα παιδιά.
Κατάργηση οργανικότητας
Η κατάργηση των οργανικών θέσεων, πέρα από ανατροπή των εργασιακών συνθηκών για τους εκπαιδευτικούς, οδηγεί σε ένα είδος επιλογής προσωπικού που δεν μπορεί να επανασυστήσει μια κοινότητα μάθησης σαν αυτή που καταργεί. Η δημιουργία συναισθηματικής σύνδεσης του εκπαιδευτικού με το σχολείο είναι απαραίτητη συνθήκη για την επιτυχία του διδακτικού του έργου και χτίζεται μόνο εκεί που η γνώμη του ακούγεται και λαμβάνεται υπόψη από τα όργανα διοίκησης, εκεί που μπορεί να συμμετέχει και να συναποφασίζει.
Θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί η σχολική συνέλευση με μαθητές και εκπαιδευτικούς να συνδιαλέγονται ως κοινοβούλιο, με κριτική- προτάσεις και αποφάσεις, για όλα όσα αποτελούν σημαντικά ζητήματα της κοινής τους ζωής. Υπάρχει για τη Δευτεροβάθμια σχετικό θεσμικό πλαίσιο που μπορεί να ενεργοποιηθεί με την πρωτοβουλία των οργάνων των καθηγητών και των μαθητών.
Σχολείο: ζωή και μάθηση
Όμιλοι αριστείας και καινοτομίας, STEAM, θερινά μαθήματα, επιπλέον αμοιβές προσωπικού. Όλα τα παραπάνω πιστώνονται από τους υποστηρικτές των Ωνάσειων ως συγκριτικά πλεονεκτήματα, σε σχέση με το παραδοσιακό σχολείο. Για το σχολείο ως ζωντανό οργανισμό δε γίνεται λόγος. Για τον τρόπο διδασκαλίας; Πώς θα ξεφύγουμε από τη στείρα απομνημόνευση; Πώς θα γίνουμε κοινότητα μάθησης; Πώς θα συνδεθούμε με τον έξω κόσμο; Πώς θα αποκαταστήσουμε τη θέση των κοινωνικών επιστημών; Πώς θα βάλουμε την ποίηση στη ζωή των παιδιών; Κι ο κινηματογράφος; Είναι μόνο υπερήρωες; Με λίγα λόγια πώς θα γίνουν ήρωες -κυρίαρχοι της ζωής τους μέσα από τη μάθηση, γοητευμένοι από τη λογοτεχνία και συνεπαρμένοι από τα μικροσκόπια;
Ζητούμενο είναι για όλη την εκπαίδευση η ενεργητική και ερευνητική μάθηση, η ανάπτυξη της ελεύθερης έκφρασης, μέσα από την τέχνη και τον λόγο, η κριτική πολιτειότητα, με τον αντιρατσισμό, το αντιπολεμικό πνεύμα και τον συμμετοχικό σχεδιασμό στη δημόσια σφαίρα, το ανοιχτό προς τα μέσα και προς τα έξω σχολείο. Είναι το σχολείο που ανοίγει τις πύλες του και επεκτείνεται στον χώρο για να συμπεριλάβει όψεις της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας του άμεσου περιβάλλοντος. Καταγράφει, επεξεργάζεται τα δεδομένα και εξάγει συμπεράσματα και προτάσεις στην κοινότητα. Με πολιτικούς όρους θα λέγαμε πως τα παιδιά στοχάζονται και οραματίζονται πώς θέλουν να ζήσουν. Και διεκδικούν.
Με όλα αυτά θέλησα να περιγράψω τις ανοιχτές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, κατά τη γνώμη μου, το δημόσιο σχολείο σήμερα, λόγω των δομικών αντιστάσεων, που το εμποδίζουν από την εκπλήρωση των κριτηρίων της παιδαγωγικής, στο φόντο της ίδρυσης των Ωνάσειων. Έχουμε νέες δομήσεις, διακρίσεων και ταξινομήσεων, βαθαίνοντας τις ήδη υπάρχουσες. Σε κάθε περίπτωση, η συλλογική διεκδίκηση για ένα καλύτερο σχολείο περνά, μέσα από τις σταθερές της ένταξης και της καθολικής συμμετοχής, για ένα σχολείο ενιαίο και ανοιχτό για όλα τα παιδιά. Για ένα σχολείο που ακούει τα παιδιά.