Στη Δυτική Ελλάδα σχεδόν ένας στους επτά πολίτες δηλώνει ότι χρειάστηκε ιατρική φροντίδα και δεν την έλαβε. Η 3η Έκθεση κοινωνικών και οικονομικών τάσεων στις ελληνικές περιφέρειες του ΙΟΒΕ καταγράφει ποσοστό 14,5%, το υψηλότερο στη χώρα, την πενταετία 2018-2023 ήταν 7,8%, ενώ τοποθετεί την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας στις χαμηλότερες θέσεις ως προς τις διαθέσιμες νοσοκομειακές κλίνες ανά κάτοικο. Τα δύο ευρήματα, αν διαβαστούν μαζί, δείχνουν ότι το δικαίωμα στην περίθαλψη εξακολουθεί να ασκείται με διαφορετικούς όρους ανάλογα με τον τόπο κατοικίας.

Για πολλές οικογένειες και κατοίκους της Ηλείας και της Αιτωλοακαρνανίας, ένα ραντεβού σε νοσοκομείο της Πάτρας απαιτεί μετακίνηση που καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την ημέρα και επιβαρύνει αισθητά τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ένας ηλικιωμένος που δεν οδηγεί χρειάζεται κάποιον να τον συνοδεύσει, ενώ η πολύμηνη αναμονή μπορεί να οδηγήσει σε νέα αναβολή. Η καθυστέρηση επιβάλλεται συχνά από τις συνθήκες και αποκαλύπτει ποιοι πολίτες πληρώνουν περισσότερο σε χρόνο και εισόδημα για την ίδια δημόσια υπηρεσία.

Η γεωγραφία δυσχεραίνει ασφαλώς την πρόσβαση, αλλά η ανισότητα δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπειά της. Συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε το σύστημα υγείας, δίνοντας προτεραιότητα στα μεγάλα νοσοκομεία και αφήνοντας την πρωτοβάθμια φροντίδα χωρίς την ενίσχυση που απαιτούσαν οι ανάγκες της περιφέρειας. Η συγκέντρωση των πιο εξειδικευμένων υπηρεσιών στην Πάτρα είναι εύλογη. Η υπερβολική εξάρτηση, ωστόσο, από αυτές ακόμη και για περιστατικά που μπορούν να αντιμετωπιστούν τοπικά, επιβαρύνει τα εξωτερικά ιατρεία και υποχρεώνει τους πολίτες σε μετακινήσεις που θα μπορούσαν να αποφεύγονται. Μην ξεχνάμε ότι, η καταγραφή μιας μονάδας στον υγειονομικό χάρτη έχει μικρή σημασία, αν οι ελλείψεις προσωπικού και εξοπλισμού περιορίζουν στην πράξη τη δυνατότητά της να εξυπηρετήσει τους πολίτες.

Επιπλέον, η δημογραφική εξέλιξη κάνει το πρόβλημα πιο πιεστικό. Η διάμεση ηλικία στη Δυτική Ελλάδα έχει φθάσει τα 47,5 έτη και σχεδόν το 31% των κατοίκων είναι άνω των 60 ετών. Έως το 2050, σύμφωνα με την έκθεση ΙΟΒΕ, ο πληθυσμός αναμένεται να μειωθεί από περίπου 636 χιλιάδες σε 535 χιλιάδες. Η γήρανση αυξάνει την ανάγκη για συχνότερη παρακολούθηση, ενώ η μετακίνηση νεότερων ανθρώπων αποδυναμώνει την οικογενειακή υποστήριξη που μέχρι σήμερα κάλυπτε αρκετά κενά του συστήματος.

Η πολιτική απάντηση οφείλει να ξεκινήσει από την ανασυγκρότηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Το Κέντρο Υγείας δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση περιστατικών και στην παραπομπή τους προς το νοσοκομείο. Χρειάζεται να παρακολουθεί σταθερά την πορεία του ασθενούς, με έναν οικογενειακό γιατρό που γνωρίζει το ιστορικό του και διασφαλίζει τη συνέχεια της φροντίδας. Στους απομακρυσμένους οικισμούς και χωριά, οι υπηρεσίες πρέπει να πλησιάζουν τον πολίτη μέσα από προγραμματισμένη κατ’ οίκον φροντίδα και τακτική παρουσία κινητών μονάδων. Η τηλεϊατρική ίσως μπορεί να περιορίσει τις άσκοπες μετακινήσεις, συνδέοντας το προσωπικό των τοπικών δομών με εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Στην ίδια κατεύθυνση χρειάζεται να κινηθεί και η κατανομή των πόρων. Η γήρανση του πληθυσμού και οι μεγάλες αποστάσεις καθιστούν ακριβότερη την παροχή περίθαλψης στη Δυτική Ελλάδα. Μια χρηματοδότηση που αγνοεί αυτή την πραγματικότητα μπορεί να εμφανίζεται ισότιμη, στην πράξη όμως διευρύνει τις υπάρχουσες ανισότητες. Γι’ αυτό και η αξιολόγηση των υπηρεσιών δεν πρέπει να εξαντλείται στην καταγραφή των διαθέσιμων δομών υγείας. Ο χρόνος αναμονής και το ποσοστό των πολιτών που τελικά εξυπηρετούνται αποδίδουν πληρέστερα την πραγματική εικόνα. Το 14,5% των μη εξυπηρετούμενων αναγκών αποτελεί σαφές κριτήριο πολιτικής ευθύνης.

Η παραμονή των ανθρώπων στον τόπο τους εξαρτάται και από τη βεβαιότητα ότι θα έχουν πρόσβαση σε φροντίδα όταν τη χρειαστούν. Οι επενδύσεις και οι νέες υποδομές δύσκολα μπορούν να ανακόψουν τη δημογραφική υποχώρηση, εάν η ασθένεια συνεπάγεται πολύωρη μετακίνηση και καθυστέρηση στην περίθαλψη. Η έκθεση του ΙΟΒΕ έχει αποτυπώσει με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Εκείνο που απαιτείται πλέον είναι μια πολιτική που θα φέρει τις υπηρεσίες πιο κοντά στον πολίτη και θα πάψει να αντιμετωπίζει την απόσταση ως δική του ατομική επιβάρυνση.

*Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής, Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών

Υ.Γ. Το άρθρο εντάσσεται σε μια σειρά κειμένων με αφετηρία την 3η Έκθεση «Κοινωνικές και Οικονομικές Τάσεις στις Ελληνικές Περιφέρειες» του ΙΟΒΕ. Στόχος είναι η πολιτική ανάγνωση των ευρημάτων της έκθεσης, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυξιακές ανισότητες, στις δημόσιες πολιτικές και στις προοπτικές της Δυτικής Ελλάδας.

*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο Πατρών.