Σε εξέλιξη βρίσκεται η αναπαραγωγική περίοδος της μεσογειακής φώκιας στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου – Βορείων Σποράδων. Ακόμη δύο νεογέννητες φώκιες καταγράφηκαν τις προηγούμενες ημέρες, μετά τον εντοπισμό του πρώτου νεογνού στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε ανοιχτή παραλία στη νησίδα Πιπέρι.

Τα δύο μικρά εντόπισε το προσωπικό παρακολούθησης του Ιδρύματος Aenaos Thalassa, ενώ την πρώτη φετινή καταγραφή είχε πραγματοποιήσει το προσωπικό της Μονάδας Διαχείρισης Αλοννήσου – Βορείων Σποράδων.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), οι επιστήμονες αναμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα αποτελέσματα της φετινής περιόδου, μετά το ρεκόρ των 21 νεογέννητων που καταγράφηκαν το 2025. Ο αριθμός αυτός ξεπέρασε σημαντικά τον μέσο ετήσιο αριθμό γεννήσεων των τελευταίων 37 ετών.

Γεννήσεις σε ανοιχτές παραλίες στο Πιπέρι

Ιδιαίτερη σημασία για τους επιστήμονες έχει η επιστροφή της φώκιας σε ανοιχτές παραλίες για τη γέννηση και τη γαλουχία των μικρών της. Πέρυσι, για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, παρατηρήθηκε αυτή η συμπεριφορά στο Πιπέρι, αντί της χρήσης σπηλαίων ως αναπαραγωγικών καταφυγίων.

Οι επιστήμονες ερμηνεύουν την εξέλιξη ως ένδειξη ότι τα ζώα αισθάνονται ασφάλεια στον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου. Σε ανοιχτή παραλία της ίδιας νησίδας εντοπίστηκε και το πρώτο νεογνό της φετινής περιόδου.

Η παρακολούθηση γίνεται με τη βοήθεια καμερών που έχουν εγκατασταθεί στα αναπαραγωγικά καταφύγια. Η ανάλυση του φωτογραφικού υλικού επιτρέπει την τελική εκτίμηση του πληθυσμού. Στο πρόγραμμα συνεργάζονται ο ΟΦΥΠΕΚΑ, το Ίδρυμα Thalassa και η περιβαλλοντική οργάνωση MOm, βάσει μνημονίου συνεργασίας.

Δύο νεογέννητες φώκιες στο θαλάσσιο πάρκο Αλοννήσου

Η ανάκαμψη απαιτεί συνεχή προστασία

Περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός της μεσογειακής φώκιας ζει στην Ελλάδα, γεγονός που δίνει στη χώρα καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή της. Η ίδρυση του Θαλάσσιου Πάρκου το 1992 αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο ΟΦΥΠΕΚΑ, ο συνολικός πληθυσμός του είδους, που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δεν ξεπερνούσε τα 600 άτομα, εκτιμάται πλέον σε 850–950. Παρά τη σταδιακή ανάκαμψη, η προστασία των αναπαραγωγικών καταφυγίων και η συστηματική παρακολούθηση παραμένουν αναγκαίες για τη διατήρηση του είδους.

Πηγή: www.ertnews.gr