Έχοντας εμπνευστεί από έργα γνωστών ζωγράφων ανά τον κόσμο, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ γύρισε μια μεγαλειώδη ταινία που, ακόμα και σήμερα, μισό και πλέον αιώνα μετά την πρώτη προβολή της, σου δίνει την αίσθηση ότι περιπλανιέσαι σε ένα ονειρικό μουσείο πλημμυρισμένο από εικαστικά αριστουργήματα

Γιάννης Ζουμπουλάκης

Ακόμα και όσοι δεν έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Μέικπις Θάκερι «Τα απομνημονεύματα του Μπάρι Λίντον» (εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1852-1853 και έχει κυκλοφορήσει και στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος), αλλά έχουν υπόψη τους την ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Μπάρι Λίντον» (Barry Lyndon, 1975), κατά πάσα πιθανότητα γνωρίζουν τον μύθο που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτή.

Προκειμένου να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες του ήρωα του Θάκερι, του ιρλανδού τυχοδιώκτη του 18ου αιώνα Ρέντμοντ Μπάρι (Ράιαν Ο’Νιλ), ο οποίος αναζητεί την τύχη του στα σαλόνια και στις αριστοκρατικές επαύλεις διαφόρων χωρών της Ευρώπης, ο διάσημος για την τελειομανία του αμερικανός σκηνοθέτης χρειάστηκε να αφιερώσει εννέα ολόκληρους μήνες για τα γυρίσματα, που ξεκίνησαν τον Μάιο του 1973 και ολοκληρώθηκαν τον Φεβρουάριο του 1974. Η παραγωγή αντιμετώπισε δύο διακοπές μεγάλου χρονικού διαστήματος και ο προϋπολογισμός διογκώθηκε στα 11 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που για τα μέτρα της εποχής ήταν αρκετά υψηλό.

(Photo by Photo12.com – Collection Cinema / Photo12 via AFP)

Ο πιο γνωστός θρύλος γύρω από αυτή την αριστουργηματική ταινία, που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 1975, δεν είχε εισπρακτική επιτυχία και προτάθηκε για επτά Οσκαρ, κερδίζοντας τελικά τέσσερα, αφορά τη μέθοδο φυσικού φωτισμού με κεριά και χωρίς τη χρήση ηλεκτρικού ρεύματος που ο Κιούμπρικ ακολούθησε χρησιμοποιώντας έναν φακό Carl Zeiss (κατασκευασμένο για τη NASA), τροποποιημένο με έναν προσαρμογέα Kollmorgen που χρησιμοποιούνταν σε φωτογραφικές μηχανές.

Ενας άλλος θρύλος σχετίζεται με την ατμόσφαιρα των γυρισμάτων: Τα κομμάτια κλασικής μουσικής που χρησιμοποιήθηκαν ως σάουντρακ (μουσικοσυνθετών όπως ο Χέντελ, ο Μότσαρτ, ο Βιβάλντι, ο Μπαχ και ο Σούμπερτ) ακούγονταν και στο σετ κατά τη διάρκεια των λήψεων, προκειμένου η ατμόσφαιρα να συμβάλει στη διάθεση των ηθοποιών και η υποκριτική τους να είναι ανάλογη (ο Σέρτζιο Λεόνε με τον μουσικοσυνθέτη Ενιο Μορικόνε είχαν κάνει κάτι παρόμοιο στην ταινία «Κάποτε στη Δύση» του 1968).

Κινηματογραφικά κάδρα

Όμως η πιο χαρακτηριστική… πινελιά του Κιούμπρικ σε αυτή την ταινία αφορά πάντως την ίδια την εικόνα της. Παρακολουθώντας τον «Μπάρι Λίντον» νιώθεις ότι αντικατοπτρίζει τον απεριόριστο σεβασμό του δημιουργού του προς τους ζωγράφους τοπίων και πορτρέτων του 18ου αιώνα – κυρίως από τις Βρετανικές Νήσους, αν και όχι αποκλειστικά από εκεί.

Γνωστός για τις πολυετείς έρευνές του γύρω από κάθε θέμα με το οποίο καταπιανόταν, ο αμερικανός σκηνοθέτης, που από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1999, ζούσε απομονωμένος στην Αγγλία, είχε συγκεντρώσει αμέτρητα λευκώματα γεμάτα πίνακες της περιόδου του Μπάρι Λίντον και με τη συνδρομή του διευθυντή φωτογραφίας Τζον Αλκοτ, των σκηνογράφων Κεν Ανταμ, Ρόι Γουόκερ και Βέρνον Ντίξον, καθώς και των ενδυματολόγων Μιλένα Κανονέρο και Ούλα-Μπριτ Σέντερλουντ, κατάφερε να τους «ανασυνθέσει» σε κινηματογραφικές εικόνες με απόλυτη ακρίβεια (να σημειωθεί ότι τρία από τα τέσσερα Οσκαρ που η ταινία απέσπασε ήταν στις κατηγορίες κοστουμιών, φωτογραφίας και σκηνογραφίας).

Η πιο διάσημη αναφορά του Κιούμπρικ σε πραγματικό πίνακα εποχής είναι ίσως η περίφημη σκηνή όπου βλέπουμε τον αντιήρωά του, τον Μπάρι Λίντον, σωριασμένο σε μια πολυθρόνα, τα πόδια του στην ευθεία, το σώμα του προφανώς ταλαιπωρημένο από κάποιο πολύωρο μεθύσι. Το πλάνο είναι μια λεπτομερέστατη «αντιγραφή» του έργου ζωγραφικής «The Tête à Tête» (1743) του Γουίλιαμ Χόγκαρθ, από τη σειρά έξι καμβάδων υπό τον τίτλο «Marriage à-la-Mode», το οποίο ανήκει στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Αυτό είναι το ένα από τα δύο έργα του Χόγκαρθ που ο Κιούμπρικ χρησιμοποίησε στην ταινία.

Το άλλο είναι το «Οργιο» (A Rake’s Progress III: The Orgy, 1734) όπου βλέπουμε τον Μπάρι Λίντον την ώρα της ακολασίας. Αυτός ο πίνακας βρίσκεται στην κατοχή του Sir John Soane’s Museum στο Λονδίνο και δημιουργήθηκε από τον Χόγκαρθ στο πλαίσιο της σειράς οκτώ έργων με τον γενικό τίτλο «A Pake’s Progress» (Η πορεία ενός ασώτου, 1732-34).

Στις προσωπογραφίες, η πιο χαρακτηριστική αναφορά του Κιούμπρικ σε αυθεντικό πίνακα είναι το πλάνο της Λαίδης Λίντον (την υποδύεται η Μαρίσα Μπέρενσον) που μοιάζει να κοιτάζει στο πουθενά. Θαρρείς ότι η μεγαλοπρέπεια των μαλλιών της είναι αντιστρόφως ανάλογη της ευτυχίας της. «Πίσω» από το πλάνο κρύβεται ο πίνακας που απεικονίζει τη Μάργκαρετ Γκέινσμπορο, μικρότερη κόρη του ζωγράφου Τόμας Γκέινσμπορο, έργο που χρονολογείται το 1777 και σήμερα φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.

Επίσης, προκειμένου να μεταφέρει στον θεατή μια αίσθηση του ψυχικού σκότους και του αδιεξόδου της Λαίδης Λίντον τη στιγμή που επιχειρεί να αυτοκτονήσει, ο Κιούμπρικ επικαλείται το πνεύμα του έργου «Ο Εφιάλτης» (1781) του Ελβετού Γιόχαν Χάινριχ Φούσλι, το οποίο βρίσκεται στο Ινστιτούτο Τεχνών του Ντιτρόιτ.

(Photo by Peregrine / Hawk Films / Warner / Collection ChristopheL via AFP)

Την ίδια ώρα, ο τρόπος με τον οποίο ο φακός του Κιούμπρικ αποτυπώνει τα τοπία είναι εξίσου αιχμηρός και οι αναφορές σε πραγματικούς πίνακες εξίσου χαρακτηριστικές. Ισως η πιο αξιομνημόνευτη αναφορά βρίσκεται στο πλάνο της έπαυλης της οικογένειας Λίντον, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε το Κάστρο Χάουαρντ κοντά στο Γιορκ, και παραπέμπει ευθέως στον πίνακα του Τζον Κόνσταμπλ που απεικονίζει το Μάλβερν Χολ στο Γουόρικσαϊρ. Ο αυθεντικός πίνακας με την ονομασία «Malvern Hall, County of Warwick» (1821) βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Καλών Τεχνών της Κούβας στην Αβάνα.

Χωρίς όλα αυτά να σημαίνουν βεβαίως ότι ο Κιούμπρικ δεν προέβη και σε κάποιες «αυθαιρεσίες». Ενα παράδειγμα είναι η σκηνή όπου ο Μπάρι Λίντον παριστάνει τον αριστοκράτη, ο οποίος έχει σκοπό να αγοράσει έναν πίνακα του Λουντοβίκο Κάρντι (ο γεννημένος το 1559 κοντά στη Φλωρεντία καλλιτέχνης υπήρξε γνωστός και ως Cigoli). Στο μυθιστόρημα του Θάκερι ο Κάρντι δεν αναφέρεται και πολλοί πιστεύουν ότι ο Κιούμπρικ έκανε την αναφορά ως κλείσιμο του ματιού στην προηγούμενη ταινία του, «Το κουρδιστό πορτοκάλι» (1971), όπου ο κεντρικός ήρωας Αλεξ (Μάλκομ Μακ Ντάουελ) υφίσταται την «Τεχνική Λουντοβίκο» όταν του ασκείται πλύση εγκεφάλου. Ομως ο συγκεκριμένος πίνακας του Κάρντι υπάρχει. Τιτλοφορείται «Η προσκύνηση των μάγων» (1605) και ήταν μέρος της συλλογής του αριστοκράτη Ρίτσαρντ Κολτ Χορ από το Στάουρχεντ, ο οποίος τον απέκτησε το 1790.

Ενδιαφέρον έχει και η ιστορία πίσω από τη σκηνή στην οποία βλέπουμε τον Μπάρι Λίντον να ελέγχει το άλογο που σκοπεύει να αγοράσει: πρόκειται για μια ξεκάθαρη αναφορά στον πίνακα «Molly Longlegs» (1762) του Τζορτζ Σταμπς που φυλάσσεται στη Walker Art Gallery στο Λίβερπουλ. Η Μόλι ήταν μια καστανή φοράδα που είχε κερδίσει έπαθλα στις ιπποδρομίες του Νιουμάρκετ και ανήκε στον Λόρδο Μπόλινγκμπροκ, ο οποίος φέρεται να παρήγγειλε αυτό το πορτρέτο. Ακριβώς όπως ο Μπάρι Λίντον, ο Λόρδος Μπόλινγκμπροκ ήταν πότης, γυναικάς και τζογαδόρος, πάθη που συνέβαλαν στην καταστροφή του, καθώς συσσώρευσε τεράστια χρέη και αναγκάστηκε να εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονταν στην κατοχή της οικογένειάς του επί χρόνια…

tovima.gr