Το τείχος των Φωκέων, βασικός προμαχώνας των Ελλήνων στη μάχη του 480 π.Χ., είναι σήμερα δύσκολα αναγνωρίσιμο και κλειστό για το κοινό. Το Υπουργείο Πολιτισμού ξεκινά τη στερέωση και αποκατάστασή του, ενώ η ανασκαφή που προηγήθηκε έφερε στο φως νέα ευρήματα
Στο σημείο όπου εκτυλίχθηκε η τελική φάση της μάχης των Θερμοπυλών, το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στη στερέωση και αποκατάσταση του τείχους των Φωκέων. Το έργο γίνεται μέσω της Εφορείας Αρχαιοτήτων Φθιώτιδας. Το μνημείο, ένα από τα σημαντικότερα της ιστορικής τοπογραφίας της περιοχής, βρίσκεται σε μέτρια έως κακή κατάσταση. Οι αιώνες έκθεσης στις καιρικές συνθήκες και οι σεισμοί έχουν αφήσει σημαντικές φθορές.
Σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες, οι λιθοδομές θα ανατάξουν και θα αποκατασταθούν με το διαθέσιμο αυθεντικό υλικό. Οι λίθοι θα επανατοποθετηθούν στις αρχικές τους θέσεις ή σε νέες, όπου αυτές τεκμηριώνονται. Προβλέπεται επίσης η αναστήλωση διάσπαρτων λίθων και η αποκατάσταση της γεωμετρίας του τείχους. Στόχος είναι να εξασφαλιστεί η ευστάθεια του μνημείου και να γίνει ξανά «αναγνώσιμη» η μορφή του.

«Το τείχος των Φωκέων, κοντά στο ύψωμα του Κολωνού, όπου εκτυλίχθηκε η τελική φάση της μάχης, αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της αρχαίας οχύρωσης των Θερμοπυλών. Σήμερα, ωστόσο, παραμένει δύσκολα αναγνωρίσιμο και μη επισκέψιμο», δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Όπως σημείωσε, η αποκατάσταση γίνεται «με σεβασμό στην αυθεντικότητα και στις διεθνείς αρχές της αναστήλωσης».
Ένα τείχος παλαιότερο από τη μάχη
Το τείχος βρίσκεται στο Μεσαίο Στενό, εκεί όπου αναβλύζουν οι θερμές πηγές που έδωσαν στην περιοχή το όνομά της. Ο Ηρόδοτος το ονομάζει «φωκικόν τείχος». Δεν χτίστηκε για τους Πέρσες: το κατασκεύασαν οι Φωκείς τον 6ο αιώνα π.Χ. για να αναχαιτίσουν τις επιδρομές των Θεσσαλών, στο πλαίσιο των Ιερών Πολέμων.
Το 480 π.Χ., όταν οι ελληνικές πόλεις αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν την περσική εισβολή, το παλιό τείχος επισκευάστηκε πρόχειρα. Έγινε ο βασικός προμαχώνας των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους, και πίσω του στήθηκε το σπαρτιατικό στρατόπεδο. Η εικόνα του τοπίου ήταν τότε πολύ διαφορετική. Η θάλασσα κάλυπτε σχεδόν όλη τη σημερινή πεδιάδα, και το πέρασμα προς τη Θεσσαλία ακολουθούσε τρία διαδοχικά στενά, μήκους 9 χιλιομέτρων, ανάμεσα σε απότομες λοφοσειρές.
Τι έφερε στο φως η ανασκαφή
Η συστηματική έρευνα στην περιοχή ξεκίνησε το 1939 με τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Στον λόφο του Κολωνού βρέθηκαν τότε πολλές σιδερένιες και χάλκινες λόγχες και αιχμές βελών του 5ου αιώνα π.Χ., αρκετές από αυτές ανατολικού τύπου. Τα ευρήματα αυτά συνέβαλαν καθοριστικά στην ταύτιση του σημείου με το πεδίο της μάχης.

Το τείχος έχει μήκος περίπου 100 μέτρα και έντονα τεθλασμένη κάτοψη, που ακολουθεί τη μορφή της κορυφής του λόφου. Τα κατάλοιπα του τείχους και του πύργου του σώζονται κυρίως σε χαμηλό ύψος. Στην πρώτη φάση του έργου η ανασκαφή και ο καθαρισμός της βλάστησης αποκάλυψαν το πραγματικό περίγραμμα της οχύρωσης. Εντοπίστηκαν επίσης εκτεταμένες συγκεντρώσεις πεσμένων λίθων, που καταγράφηκαν για τις αναστηλωτικές εργασίες. Στον δυτικό πύργο βρέθηκαν εσωτερικοί τοίχοι, πίθοι και στρώματα καύσης, ενδείξεις ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε διαδοχικά και με διαφορετικούς τρόπους. Ανάμεσα στα κινητά ευρήματα ξεχωρίζει ένα χάλκινο νόμισμα της ελληνιστικής περιόδου (323–319 π.Χ.), που βοηθά στη χρονολόγηση της μεταγενέστερης χρήσης της οχύρωσης.
Προς έναν ενιαίο αρχαιολογικό χώρο
Η αποκατάσταση είναι μέρος ευρύτερου σχεδιασμού για την ενοποίηση των μνημείων των Θερμοπυλών. Το πεδίο της μάχης, ο λόφος του Κολωνού και το τείχος των Φωκέων θα συνδεθούν με το σύγχρονο Ηρώο του Λεωνίδα και το Κέντρο Ιστορικής Ενημέρωσης Θερμοπυλών. Θα δημιουργηθεί ένα δίκτυο διαδρομών και μονοπατιών, με χώρους στάσης, θέασης και ενημέρωσης. Στόχος, όπως σημείωσε η υπουργός, είναι ένα «ενιαίο, οργανωμένο και επισκέψιμο αρχαιολογικό σύνολο».