Η πρώτη αποτυχημένη απόπειρα των Οθωμανών να καταλάβουν το Μεσολόγγι

Ευρισκόμενο ανάμεσα στις εκβολές των ποταμών Αχελώου και Εύηνου, απέναντι από τα βρετανοκρατούμενα Επτάνησα και την Πάτρα, το Μεσολόγγι αποτελούσε, τις παραμονές της Επανάστασης, στρατηγικό πέρασμα που συνέδεε τη δυτική Στερεά Ελλάδα με την Ήπειρο και την Πελοπόννησο. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης, η πόλη κατέστη πολιτικό και επιχειρησιακό κέντρο των Ελλήνων της ευρύτερης περιοχής, αποτελώντας την έδρα ενός εκ των κύριων πολιτικών οργάνων που συγκροτήθηκαν εντός του 1821, της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος.

Όταν η Πύλη ανέλαβε πρωτοβουλίες για την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης μέσα στο 1822, η ανακατάληψη του Μεσολογγίου βρέθηκε στο επίκεντρο των επιχειρησιακών σχεδιασμών της. «Το Μεσολόγγιον απέκτησε μέγα όνομα από την κατ’ αυτού εκστρατείαν του Ομέρ Βρυώνη, την πολύμηνον πολιορκίαν, την έφοδον και την πλήρη αυτού αποτυχίαν. Διά τούτο όλαι αι εκστρατείαι του Σουλτάνου εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν είχον άλλον σκοπόν, ειμή την καταστροφήν του Μεσολογγίου· διότι υπάρχοντος τούτου, εθεωρείτο αδύνατος η υποταγή της Δυτικής Ελλάδος, και κατά συνέπειαν πάσα απόπειρα κατά της Πελοποννήσου ανωφελής», έγραψε χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Αινιάν στα Απομνημονεύματά του.

Αφού λεηλάτησαν τα χωριά Μποχώρι και Γαλατάς, οι Οθωμανοί έφθασαν έξω από το Μεσολόγγι στις 25 Οκτωβρίου 1822.

Στα μέσα Οκτωβρίου του 1822, αφού εξασφάλισαν τον έλεγχο του Ξηρόμερου και του Βάλτου, οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη έφυγαν από την περιοχή της Aρτας και συναντήθηκαν με τα στρατεύματα του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά, ευρύτερα γνωστού ως Κιουταχή, με κατεύθυνση προς τον Νότο. Τα ενωμένα στρατεύματα των δύο υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Πύλης, τα οποία υπολογίζονταν σε 7 με 8.000 άνδρες, προβλημάτισαν έντονα τους Eλληνες της δυτικής Στερεάς Ελλάδας, οι οποίοι άρχισαν να σκέπτονται τους τρόπους αντιμετώπισής τους.

Στις 20 Οκτωβρίου, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος είχε μεταβεί στο Μεσολόγγι για την οργάνωση της άμυνας της πόλης, έκανε έκκληση στους Υδραίους να στείλουν πλοία με άνδρες και εφόδια. Τον Φαναριώτη πολιτικό ανησυχούσε ιδιαίτερα η πιθανότητα απώλειας της πόλης, εξέλιξη η οποία θα επέτρεπε στις οθωμανικές δυνάμεις να προχωρήσουν έως τη Ναύπακτο και από εκεί να διαπεραιωθούν στη δυτική Πελοπόννησο.

Εκείνες τις ημέρες οι ελληνικές δυνάμεις υπό τους Μάρκο Μπότσαρη, Αλεξάκη Βλαχόπουλο, Γεώργιο Τσόγκα και Δημήτριο Μακρή συγκρούστηκαν με τα οθωμανικά στρατεύματα στο Κεφαλόβρυσο, γνωρίζοντας οδυνηρή ήττα. Οι οπλαρχηγοί με τους άνδρες τους σκορπίστηκαν στα γύρω βουνά και οι Οθωμανοί, αφού λεηλάτησαν τα χωριά Μποχώρι και Γαλατάς, έφθασαν έξω από το Μεσολόγγι στις 25 Οκτωβρίου 1822.

Τα οθωμανικά στρατεύματα χωρίστηκαν, με τον Ομέρ Βρυώνη να στρατοπεδεύει στον Aγιο Δημήτριο και τον Κιουταχή κοντά στον Άγιο Αθανάσιο. Παράλληλα, έξω από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου έριξαν άγκυρα τρία οθωμανικά πλοία που είχαν φθάσει από την Πάτρα, ολοκληρώνοντας τον αποκλεισμό της πόλης.

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διήρκεσε έως τις 31 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς. Οι οθωμανικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να καταλάβουν το Μεσολόγγι, στο οποίο είχαν καταφθάσει ενισχύσεις από την Πελοπόννησο και αλλού προς βοήθεια των πολιορκημένων. Επρόκειτο για μια μεγάλη επιτυχία των Ελλήνων, οι οποίοι απέδειξαν ότι ενωμένοι μπορούσαν να επιτύχουν πολλά στον Αγώνα τους για Ελευθερία.


kathimerini.gr