Η ιστορική άρνηση του Γάλλου φιλοσόφου να αποδεχθεί την κορυφαία λογοτεχνική διάκριση

Τον Νοέμβριο του 1895, ο Σουηδός χημικός, εφευρέτης και βιομήχανος Αλφρεντ Νόμπελ συνέταξε την τελευταία του διαθήκη, στην οποία ανέφερε ότι θα διέθετε το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας περιουσίας του για τη θέσπιση ενός νέου θεσμού, των Βραβείων Νόμπελ. Τα βραβεία ήταν πέντε (Φυσική, Χημεία, Φυσιολογία-Ιατρική, Λογοτεχνία και Ειρήνη) και θα απονέμονταν σε ετήσια βάση σε διαπρέψαντες ανθρώπους ή οργανισμούς ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους. Ο Νόμπελ έφυγε από τη ζωή έναν χρόνο αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου 1896. Έπειτα από πέντε χρόνια, το 1901, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απονομή των βραβείων, με τον Γάλλο ποιητή Σιλί Προυντόμ να κερδίζει το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, το Νόμπελ Λογοτεχνίας εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες διεθνείς διακρίσεις στον χώρο των γραμμάτων. Στον κατάλογο των βραβευθέντων περιλαμβάνονται προσωπικότητες οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξη της παγκόσμιας λογοτεχνίας έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όπως ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ (1907), ο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (1913), ο Τόμας Μαν (1929), ο Λουίτζι Πιραντέλο (1934), ο Χέρμαν Εσσε (1946), ο Ουίλιαμ Φόκνερ (1949), ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ (1954) και ο Αλμπέρ Καμύ (1957). Ωστόσο, κάποιες από τις αποφάσεις της Σουηδικής Ακαδημίας συνοδεύτηκαν από αντιδράσεις, με την επιλογή των βραβευθέντων να προκαλεί συχνά συζητήσεις σχετικά με τα αισθητικά, ιδεολογικά και πολιτικά κριτήρια της απονομής του βραβείου.

Ο Σαρτρ είχε εκφράσει σε επιστολή του προς την Ακαδημία να μη ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά του, υποστηρίζοντας ότι ο συγγραφέας πρέπει να διατηρεί την ανεξαρτησία του από θεσμούς και διακρίσεις.

Το 1964 η Σουηδική Ακαδημία αποφάσισε να τιμήσει έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής διανόησης του 20ού αιώνα, τον Γάλλο φιλόσοφο, λογοτέχνη και πολιτικό στοχαστή Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Γεννημένος τον Ιούνιο του 1905 στο Παρίσι, ο Σαρτρ σπούδασε φιλοσοφία σε ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γαλλίας, την École Normale Supérieure. Η φιλοσοφική του σκέψη συνδέθηκε στενά με τον υπαρξισμό, ο οποίος αναδείκνυε την ανθρώπινη ελευθερία, την ατομική ευθύνη και την ανάγκη διαμόρφωσης νοήματος μέσα από τις προσωπικές επιλογές. Εργα, όπως η «Ναυτία» (1938), «Το είναι και το μηδέν» (1943), «Κεκλεισμένων των θυρών» (1944) και «Οι λέξεις (1964), εδραίωσαν τη φήμη του. Παράλληλα, η πολιτική του δραστηριότητα και οι παρεμβάσεις του στον δημόσιο λόγο τον κατέστησαν μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές της Αριστεράς κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Στις 22 Οκτωβρίου 1964, η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε τη βράβευση του Σαρτρ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αιτιολόγησε την επιλογή της αναφερόμενη στο έργο του, το οποίο, χάρη στον πλούτο των ιδεών του και στο πνεύμα ελευθερίας και αναζήτησης της αλήθειας που το χαρακτήριζε, είχε ασκήσει βαθιά επίδραση στην εποχή του. Ο Γάλλος διανοούμενος, ωστόσο, αρνήθηκε να αποδεχθεί τη διάκριση, προκαλώντας την έκπληξη όσων παρακολουθούσαν τις εξελίξεις.

Ο Σαρτρ, βέβαια, είχε εκφράσει σε επιστολή του προς την Ακαδημία να μη ληφθεί υπόψη η υποψηφιότητά του, υποστηρίζοντας ότι ο συγγραφέας πρέπει να διατηρεί την ανεξαρτησία του από θεσμούς και διακρίσεις. Η επιστολή του, όμως, έφτασε καθυστερημένα στη Σουηδική Ακαδημία, η οποία δεν ανακάλεσε την απόφασή της να τον τιμήσει. Ο Σαρτρ απλώς δεν παρέλαβε το μετάλλιο και το χρηματικό έπαθλο, δηλώνοντας ότι ακόμη και αν βραβευόταν με το Βραβείο Λένιν και πάλι δεν θα αποδεχόταν το βραβείο.

kathimerini.gr