Μια δικαστική απόφαση αποκαλύπτει πόσο εύκολα η ιστορία της τεχνολογίας γίνεται και ιστορία ιδιοκτησίας.
Ένας υπολογιστής που καταλαμβάνει ένα ολόκληρο δωμάτιο, μια πατέντα που διεκδικεί δικαιώματα από μια ολόκληρη βιομηχανία και μια δικαστική απόφαση 248 σελίδων.
Το ημερολόγιο γράφει 19 Οκτωβρίου 1973 όταν ένας δικαστής στη Μινεσότα επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που δεν χωρά εύκολα σε μία πρόταση: ποιος εφηύρε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή;
Η απόφαση ακυρώνει την πατέντα του ENIAC, της μηχανής που είχε κατασκευαστεί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και θεωρούνταν πρωτοπόρος στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές γενικής χρήσης.
Ο δικαστής αποφαίνεται ότι οι δημιουργοί του, Τζον Μόχλι και Τζ. Πρέσπερ Έκερτ, δεν είχαν επινοήσει από μόνοι τους ορισμένες βασικές ιδέες που περιέγραφε η πατέντα. Τις είχαν αντλήσει από τη δουλειά του Τζον Ατανάσοφ, φυσικού στο Πολιτειακό Κολέγιο της Αϊόβα.
Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία κλοπής, όπως συχνά παρουσιάζεται. Ούτε ο Ατανάσοφ έφτιαξε έναν ολοκληρωμένο υπολογιστή όπως ο ENIAC. Η απόφαση, όμως, ανατρέπει την εικόνα μιας εφεύρεσης που γεννήθηκε από δύο ανθρώπους, σε ένα εργαστήριο, χωρίς προγενέστερες ιδέες και χωρίς μια μάχη για το ποιος θα ελέγχει την αγορά.
Μια πατέντα με αξία εκατομμυρίων
Ο ENIAC κατασκευάζεται για τον αμερικανικό στρατό, με στόχο να επιταχύνει τους σύνθετους υπολογισμούς που απαιτούνται για τη δημιουργία πινάκων βολής. Τον σχεδιάζουν οι μηχανικοί Έκερτ και Μόχλι στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Η μηχανή έχει χιλιάδες λυχνίες, καλώδια και διακόπτες· για να αλλάξει εργασία, οι χειριστές πρέπει να αναδιαμορφώσουν τις συνδέσεις της.
Όταν παρουσιάζεται δημόσια το 1946, γίνεται σύμβολο μιας νέας εποχής. Η πατέντα του, όμως, κατατίθεται το 1947 και χορηγείται το 1964, αφού η εταιρεία που έχει πλέον τα δικαιώματα, η Sperry Rand, έχει αποκτήσει τον έλεγχο της εμπορικής αξιοποίησής της. Η εταιρεία ζητά αμοιβές από άλλους κατασκευαστές υπολογιστών, υποστηρίζοντας ότι οι μηχανές τους εμπίπτουν στην πατέντα του ENIAC.
Για τη Honeywell, έναν από τους ανταγωνιστές της, το διακύβευμα είναι σαφές: αν η πατέντα ισχύει όπως την ερμηνεύει η Sperry Rand, η πρόσβαση σε μια αναπτυσσόμενη αγορά μπορεί να εξαρτάται από την καταβολή δικαιωμάτων σε έναν μόνο κάτοχο. Η Honeywell αρνείται να πληρώσει και προσφεύγει στη δικαιοσύνη. Η εμπορική διαμάχη μετατρέπεται σε δίκη για την ίδια την καταγωγή του υπολογιστή.
Η επίσκεψη που έγινε αποδεικτικό στοιχείο
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται μια επίσκεψη του Μόχλι στο εργαστήριο του Ατανάσοφ, στην Αϊόβα, τον Ιούνιο του 1941. Ο Μόχλι μένει εκεί για αρκετές ημέρες και βλέπει από κοντά το μηχάνημα που κατασκευάζει ο Ατανάσοφ μαζί με τον μεταπτυχιακό φοιτητή Κλίφορντ Μπέρι.
Το Atanasoff-Berry Computer, γνωστό ως ABC, χρησιμοποιεί το δυαδικό σύστημα, ηλεκτρονικά κυκλώματα και πυκνωτές για την αποθήκευση αριθμών. Είναι μια μηχανή πρωτοποριακή για την εποχή της, αλλά σχεδιασμένη για συγκεκριμένο είδος μαθηματικών υπολογισμών. Δεν είναι προγραμματιζόμενος υπολογιστής γενικής χρήσης και δεν φτάνει ποτέ στη λειτουργική κλίμακα του ENIAC.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι δύο μηχανές είναι ίδιες. Δεν είναι. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο Μόχλι γνώρισε τις ιδέες του Ατανάσοφ και αν αυτές πέρασαν στη δική του δουλειά. Η δικαστική διαδικασία εξετάζει μαρτυρίες, σημειώσεις, αλληλογραφία και τεχνικά σχέδια. Η επίσκεψη του 1941 αποκτά κεντρική θέση: αυτό που κάποτε μπορεί να έμοιαζε με μια συνάντηση επιστημόνων γίνεται τώρα στοιχείο σε μια σύγκρουση για πατέντες και δικαιώματα.
Η ετυμηγορία και τα όριά της
Στις 19 Οκτωβρίου 1973, ο δικαστής Έρλ Λάρσον κηρύσσει άκυρη την πατέντα του ENIAC. Στην απόφασή του αναφέρει ότι οι Έκερτ και Μόχλι δεν εφηύραν πρώτοι τον αυτόματο ηλεκτρονικό ψηφιακό υπολογιστή, αλλά άντλησαν το αντικείμενο της εφεύρεσης από τον Ατανάσοφ. Η απόφαση στηρίζεται και σε ένα ξεχωριστό νομικό ζήτημα: η αίτηση για την πατέντα είχε κατατεθεί αφού ο ENIAC είχε ήδη παρουσιαστεί δημόσια, πέρα από το χρονικό περιθώριο που προέβλεπε η τότε νομοθεσία.
Η Sperry Rand δεν ασκεί έφεση και η πατέντα παύει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση για τις διεκδικήσεις της. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο «ελευθερώνει» μόνο του ολόκληρη την πληροφορική ούτε ότι οι προσωπικοί υπολογιστές και τα μικροτσίπ εξαρτώνταν αποκλειστικά από αυτή την απόφαση. Σημαίνει ότι μια εταιρεία δεν μπορεί να στηρίζει την αξίωσή της σε μια πατέντα που κρίθηκε άκυρη — και ότι η προϊστορία μιας τεχνολογίας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική όταν κρίνεται ποιος δικαιούται να την ελέγχει.
Η δικαστική αναγνώριση δεν κάνει τον Ατανάσοφ μοναδικό εφευρέτη κάθε υπολογιστή. Ούτε αναιρεί τη σημασία του ENIAC, μιας μηχανής που απέδειξε ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογισμοί μπορούσαν να πραγματοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα και να υπηρετούν πρακτικές ανάγκες. Βάζει, ωστόσο, στο κάδρο έναν επιστήμονα και ένα εργαστήριο που είχαν μείνει για χρόνια έξω από την κυρίαρχη αφήγηση.
Μια μεγάλη απόφαση στη σκιά του Γουότεργκεϊτ
Η ετυμηγορία εκδίδεται μία ημέρα πριν από το «Σάββατο της Σφαγής», όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον διατάζει την απομάκρυνση του ειδικού εισαγγελέα Άρτσιμπαλντ Κοξ και κορυφαίοι αξιωματούχοι του υπουργείου Δικαιοσύνης παραιτούνται αρνούμενοι να εκτελέσουν την εντολή. Η πολιτική κρίση του Γουότεργκεϊτ κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα και η απόφαση για την πατέντα του ENIAC περνά σε μεγάλο βαθμό στη σκιά της.
Η ιστορία, τελικά, δεν δίνει έναν αδιαμφισβήτητο νικητή στον αγώνα για τον «πρώτο υπολογιστή». Δείχνει όμως τι κρύβεται πίσω από κάθε τεχνολογικό άλμα: δεκαετίες ιδεών που συναντιούνται, ανθρώπους των οποίων η συμβολή αναγνωρίζεται αργά και εταιρείες που γνωρίζουν πως μια πατέντα μπορεί να αξίζει όσο ολόκληρη η αγορά που θα γεννηθεί γύρω της.
Η απόφαση του 1973 δεν έγραψε μόνη της την ιστορία της πληροφορικής. Έκανε κάτι εξίσου σημαντικό: υπενθύμισε ότι πριν από κάθε μάχη για το μέλλον υπάρχει μια μάχη για το ποιος δικαιούται να πει «ήταν δικό μου».