Σαν σήμερα γεννήθηκε ο αντισυμβατικός, ευφυής και διαβόητος Αμερικανός ποιητής, που όσο ζούσε έβλεπε τα βιβλία του να απορρίπτονται και τα ποιήματά του να αποσύρονται, ενώ οι εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους για να γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.

επειδή είναι

Ανοιξη
τα πράγματΑ

τολμούν να κάνουν ανθρώπους

(& όχι
αντί


στροφα)επειδή εί
ναι Α
πρίλης


οι Ζωές ακολουθούν τα δικά τους
πρόσωπα(αν
τί


εκείνα των άλλων)αλλά

αυτό που είναι αληθινά
εκπληκτικό

Αγάπη μου
είναι πως εσύ &
εγώ είμαστε περισσότερο απ’ ό,τι εσύ
& εγώ (ε

πε
ιδ
ή Είμαστε εμείς)

Λέξεις ρημαγμένες κι ιερές. Ενώνονται ή σπάνε σε κομμάτια. Γράμματα που κυλούν πάνω στη σελίδα σαν χυμένο μελάνι. Στίχοι που κρατούν αποστάσεις. Νοήματα που απλώνονται από τη μία σειρά στην άλλη. Μικρά τυπογραφικά πυροτεχνήματα, ανάμεσα σε σημεία στίξης, παρενθέσεις και πολλά κενά. Ποίηση κατακερματισμένη, ιδιοσυγκρασιακή, αισθησιακή.

Ακόμη κι εκείνοι που σπανίως διαβάζουν ποίηση αναγνωρίζουν σε μια σελίδα ποιο είναι ποίημα του Κάμινγκς. Του διαβόητου και πιο αγαπημένου παιδιού της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης. Ενός κορυφαίου ακροβάτη της γλώσσας που έγραψε μερικά από τα κορυφαία ερωτικά ποιήματα του περασμένου αιώνα.

Ο Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς (e.e. cummings) άνηκε στη γενιά που μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δήλωσε έτοιμη να γκρεμίσει τις βικτοριανές αυταπάτες και να πειραματιστεί με κάθε είδους απελευθέρωση – σεξουαλική, κοινωνική αλλά και λογοτεχνική.

Στην αιχμή του μοντερνιστικού πειραματισμού, σε μια Αμερική που βρισκόταν σε μετάβαση, αυτός ο αντισυμβατικός, ευφυής, μικρόσωμος διάολος της γλώσσας επιτέθηκε μετωπικά στην εξουσία και στις παραδόσεις κι έκανε σμπαράλια τη σύνταξη, τη στίξη, τις κατεστημένες αντιλήψεις. Δραπέτευσε από τις αυλές των αξιοσέβαστων Βοστωνέζων και την άψυχη ακινησία του Κέιμπριτζ, αυτή που τόσο αριστοτεχνικά περιγράφει στο μνημειώδες ποίημα (λίβελο καλύτερα) «οι κυρίες του Κέιμπριτζ που ζουν σε επιπλωμένες ψυχές», όπου αποδοκιμάζει όσους ζουν με βεβαιότητες και κατοικούν σε άχρωμα, «άοσμα» σώματα.

Έστησε το δικό του ποιητικό οχυρό, στο ατίθασο Γκρίνουιτς Βίλατζ, με τα παλιά φθαρμένα σπίτια και τη δημιουργική οργή, κάνοντας παρέα τους αμφισβητίες, τους εκκεντρικούς, τους μοντέρνους καλλιτέχνες, τους μποέμ κοσμοπολίτες του Μανχάταν, και αναζητώντας τους στίχους που προκύπτουν από τη σαρκική επαφή.

Σε έναν κόσμο όπου το αντίπαλο δέος του, ο ποιητής Ρόμπερτ Φροστ, οριοθετούσε τα πράγματα λέγοντας ότι «ο ελεύθερος στίχος είναι σαν να παίζεις τένις χωρίς δίχτυ», ο Κάμινγκς περιφρόνησε όσους ορκίζονταν σε συμβατικά πρότυπα και παραδοσιακές τεχνικές και είπε να επανεφεύρει ένα ολοκαίνουργιο, ολοδικό του λογοτεχνικό ύφος.

Έμεινε στην ιστορία ως ο ποιητής που αρνιόταν να χρησιμοποιεί κεφαλαία γράμματα στα συμβατικά σημεία, που χρησιμοποιούσε με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο τα σημεία στίξης, που τόλμησε τη χρήση κενών διαστημάτων όπου ήθελε, που εξύμνησε την ατομική δημιουργικότητα και στράφηκε εναντίον της συμμόρφωσης, που έγραψε τα πιο αντισυμβατικά σονέτα, που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του (εννοείται χωρίς κεφαλαία) στη διακήρυξη της σύγχρονης ποίησης.

Και που ανάμεσα στις σελίδες τοποθετούσε τα σχέδια που έκανε με μολύβι: σώματα γυμνά, μπλεγμένα μεταξύ τους σε απίθανες στάσεις, με εμφανείς ερωτικές διαθέσεις, περιγράφουν τη στιγμή της έντασης και δεν αφήνουν ασάφειες ως προς τις προθέσεις.

«Η ποίηση και κάθε άλλη τέχνη ήταν, είναι και θα είναι για πάντα αυστηρά ζήτημα ατομικότητας… Κανείς άλλος δεν μπορεί να ζήσει για λογαριασμό σου· ούτε μπορείς εσύ να ζήσεις για λογαριασμό κάποιου άλλου», έλεγε.

Σε έναν κόσμο όπου το αντίπαλο δέος του, ο ποιητής Ρόμπερτ Φροστ, οριοθετούσε τα πράγματα λέγοντας ότι «ο ελεύθερος στίχος είναι σαν να παίζεις τένις χωρίς δίχτυ», ο Κάμινγκς περιφρόνησε όσους ορκίζονταν σε συμβατικά πρότυπα και παραδοσιακές τεχνικές και είπε να εφεύρει ένα ολοκαίνουριο, ολοδικό του λογοτεχνικό ύφος.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Οι μισοί κριτικοί τον αποκαλούσαν «αποκρουστικό», οι άλλοι μισοί τον αποθέωναν ως «αξεπέραστο».

Όπως λένε οι μελετητές του, «δεν ήταν ο πρώτος ποιητής που χρησιμοποίησε γραφομηχανή αλλά ήταν ο πρώτος που αξιοποίησε τη δύναμή της για να ελέγξει με ακρίβεια την απόσταση και το σχήμα κάθε στίχου και, έτσι, να καταστήσει την οπτική εμφάνιση ενός ποιήματος εξίσου σημαντική». Τόσο ρηξικέλευθος, τόσο βέβαιος για την ανωτερότητά του και τόσο διορατικός, έδωσε έναν μοναχικό αγώνα και ανέδειξε τους προβληματισμούς που στα επόμενα χρόνια θα βρίσκονταν ψηλά στην ατζέντα της αμερικανικής κουλτούρας.

Σαν σήμερα γεννήθηκε αυτός ο μέγας Αμερικανός ποιητής που, όταν πέθανε, η Αμερική τον πένθησε ως τον πιο πολυδιαβασμένο της γενιάς του, αλλά στα άγουρα χρόνια του έβαλαν όλοι το χεράκι τους για να πλήξουν την αυτοπεποίθησή του: οι εκδόσεις του έμεναν απούλητες στα βιβλιοπωλεία, βιβλία του απορρίπτονταν από εκδοτικούς οίκους, ποιήματά του αποσύρονταν λόγω σεξουαλικού περιεχομένου, συλλογές του άλλαζαν τίτλο (γιατί ακόμα και τα σύμβολα που χρησιμοποιούσε τους φαίνονταν ανεπίτρεπτα), εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους μπας και γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.

Παιδικά χρόνια

Ο Έντουαρντ Έστλιν Κάμινγκς, γιος του Έντουαρντ Κάμινγκς και της Ρεμπέκα Χάσγουελ Κλαρκ, γεννήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1894, στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, κοντά στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Το σπίτι των παιδικών του χρόνων βρισκόταν στην οδό Ίρβινγκ, μόλις λίγα τετράγωνα από εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το Science Center του Χάρβαρντ. Ο πατέρας του δίδασκε Κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο, προτού εγκαταλείψει την ακαδημαϊκή καριέρα για να γίνει ιερέας.

Μεγάλωσε κουβαλώντας στους ώμους τη βαριά σκιά του πανεπιστημίου και την κυρίαρχη –πνευματικά– παρουσία του καθηγητή μπαμπά. Εξηγείται, λοιπόν, γιατί έγινε ένας από τους αιώνια επαναστατημένους «γιους» της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης.

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά τμήματα της βιογραφίας «E. E. Cummings: A Biography» του Christopher Sawyer-Laucanno αφορά την αμφιθυμία που ένιωθε ο ποιητής στα νεανικά του χρόνια για τον πατέρα του αλλά και το πόσο απελπισμένος κατέληγε όταν αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του. Βασισμένο σε σημειώσεις που έγραψε ο Κάμινγκς όταν ήταν πια ενήλικας, το βιβλίο αποκαλύπτει πόσο συντριπτικό έμοιαζε το πρότυπο του πατέρα του, τόσο σε ηθικό όσο και σε σωματικό επίπεδο: «Ο πατέρας μου ήταν ένα ζωντανό πλατωνικό τρίπτυχο – το καλό, το αληθές, το ωραίο», σημείωνε.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Ο ποιητής το 1904, 10 χρόνων, με τον πατέρα του, Έντουαρντ, και τη μικρότερη αδελφή του Ελίζαμπεθ.

Αυτό το πρώιμο δέος για τον πατέρα αχνοφαίνεται και στα ημερολόγια που κρατούσε η μητέρα του, Ρεμπέκα. Όταν ο Κάμινγκς ήταν μόλις λίγων ημερών, έγραφε: «Το αγόρι έκανε περιτομή. Το υπέμεινε πολύ καλά. Έκλαψε δυνατά μέχρι που ο Έντουαρντ (μπαμπάς) του μίλησε, λέγοντάς του να υπομείνει τον πόνο γενναία. Τότε το αγόρι σταμάτησε πράγματι να κλαίει»…

Προφανώς δεν αξιολογείται αυτή η πρώιμη «υπακοή», όμως τα απομνημονεύματά του είναι γεμάτα τέτοια περιστατικά: «Μου χάρισαν ένα καινούργιο έλκηθρο και βγήκα με την νταντά να παίξω. Το έλκηθρο, όμως, πήγαινε γρήγορα, χτύπησε σε κάτι και με πέταξε κάτω, κι εγώ έκλαψα: παρακάλεσα την νταντά να μην το πει στον πατέρα μου… Πάντοτε φοβόμουν τον πατέρα μου».

Έπειτα, ήταν και το θέμα της σωματικής διάπλασης. Ο Κάμινγκς ήταν μικροκαμωμένος, ευκίνητος, πολύ χαριτωμένος αλλά καθόλου επιβλητικός. Είχε μια τρομερή ζωντάνια και σβελτάδα, και ήταν απίθανος στις μιμήσεις. «Ως παιδί ήμουν καχεκτικός και μαζεμένος», έγραφε, αναγνωρίζοντας τη σωματική του ευθραυστότητα, που καθώς μεγάλωνε ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον επιβλητικό, στιβαρό πατέρα του.

Ο Κάμινγκς αναφερόταν πολύ συχνά στον πατέρα του στις ομιλίες του. Άλλωστε, από το 1926 που ο πατέρας του πέθανε έπειτα από σφοδρό τροχαίο, λίγο μαλάκωσε ο νεανικός ηλεκτρισμός που χαρακτήριζε τη σχέση τους. Όταν ήθελε να τον περιγράψει, έλεγε: «Ήταν άνθρωπος από το Νιου Χαμσάιρ, με ύψος 1,88 μ., δεινός σκοπευτής, φημισμένος ψαράς και εξαιρετικός ιστιοπλόος. Ένας τύπος εξοικειωμένος με το δάσος και τη φύση, που μπορούσε να βρει τον δρόμο του χωρίς πυξίδα». Συχνά, δε, αναφερόταν στα πολλά χαρίσματά του: ήταν ο πιο ικανός χειριστής κανό, ορνιθολόγος, εξαιρετικός φωτογράφος, ηθοποιός, κορυφαίος ξυλουργός, αρχιτέκτονας, αποτελεσματικότατος υδραυλικός….

Άγνωστες δεξιότητες για τον ποιητή Κάμινγκς, που του αρκούσε να γοητεύει με την ιδιοφυΐα του. Τραβούσε πάντα την προσοχή στις συζητήσεις, πρωταγωνιστούσε στήνοντας εντυπωσιακούς μονολόγους που κανείς δεν διέκοπτε. Είχε μόνο ένα πράγμα να καμαρώνει: οι λέξεις έτρεχαν από το στόμα του σαν καταρράκτης, γάργαρες και άφθονες.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Επάνω: Η φωτογραφία αποφοίτησης του Κάμινγκς από το Χάρβαρντ, 1915. Δεξιά: Aυτοπροσωπογραφία του ποιητή από το 1920.

Από τις αμέτρητες δημοσιεύσεις του Χάρβαρντ μπορεί κανείς να αλιεύσει απίστευτες πληροφορίες για τη ζωή του. Όπως το ότι η μητέρα του όχι μόνο δεν περιφρονούσε τις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες αλλά τον ενθάρρυνε να αφοσιωθεί στην ποίηση. Εκείνη κατέγραψε το πρώτο του ποίημα όταν ήταν τριών ετών (!) και τον παρότρυνε να κρατά ημερολόγιο στα έξι. Έτσι, από πιτσιρίκι μπήκε σε μια «συγγραφική» ρουτίνα και μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε ετών έγραφε περίπου ένα ποίημα την ημέρα.

H αγαπημένη του πόλη για να δραπετεύει ήταν το Παρίσι, όπου πραγματοποίησε κι αυτός το δικό του προσκύνημα τη δεκαετία του 1920, όπως πολλοί άλλοι μοντερνιστές – από τον Χέμινγουεϊ ως τον Φιτζέραλντ. Μετά τον πόλεμο, εγκαταστάθηκε στην Αμερική και μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στο εξοχικό του στο Νιου Χάμσαϊρ και στην αγαπημένη του γειτονιά στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Το διαμέρισμά του στον αριθμό 4 στο Patchin Place έγινε μία από τις διασημότερες λογοτεχνικές διευθύνσεις της Αμερικής, ένας καλλιτεχνικός παράδεισος που του άνοιγε τον δρόμο να αφοσιωθεί στη συγγραφή, στη ζωγραφική και στις σεξουαλικές περιπέτειες.

Να, αυτή ήταν άλλη μια εστία αντιπαράθεσης με τον πατέρα του, ο οποίος, ως πάστορας, υπήρξε το ζωντανό σύμβολο του σεξουαλικού πουριτανισμού. Αντιθέτως, ο καλοαναθρεμμένος και εξαιρετικά ντροπαλός νεαρός από το Κέιμπριτζ έζησε μια άγρια αφύπνιση στο Γκρίνουιτς. «Ζούσα μια διπλή ζωή. Μεθούσα και χούφτωνα κορίτσια, αλλά έλεγα ψέματα γι’ αυτά στον πατέρα μου γιατί όλο αυτό το διάστημα έπαιρνα τα χρήματά του… Ο φόβος συμβαδίζει με το σεξ στη ζωή μου», θυμόταν προτού αφεθεί στις ασωτίες της Νέας Υόρκης.

Με τον σεξουαλικό πειραματισμό συμβάδιζε και ο λογοτεχνικός. Όταν κήρυττε υπέρ της ανεκτικότητας, της ελευθερίας του ατόμου να σκέφτεται, να πειραματίζεται και να δημιουργεί, δεν το εφάρμοζε μόνο στα γραπτά του, καταργώντας τα κεφαλαία, αλλά και στο κρεβάτι.

είπες Υπάρχει
κάτι που να ’ναι
νεκρό ή ζωντανό πιο όμορφο
απ’ το σώμα μου, να το ’χεις στα δάχτυλά σου
(να τρέμει ελάχιστα);
Κοιτώντας στα
μάτια σου Τίποτα, είπα, εκτός απ’ τον
αέρα της άνοιξης που έχει τη μυρωδιά του ποτέ και του πάντα.

Η ερωτική του ζωή, προτού αφεθεί στην ασφάλεια που του χάρισε η Μάριον Μoρχάουζ, είχε κάμποσες ανορθογραφίες. Πριν από εκείνη ο Κάμινγκς ήταν μοναχικός, με διαρκείς ψυχολογικές μεταπτώσεις, τάσεις αυτοκτονίας και έφεση να παντρεύεται γυναίκες αποφασισμένες να τον καταστρέψουν. Τρανό παράδειγμα η Ιλέιν Θάιερ, πρώτη του σύζυγος και μητέρα του μοναδικού παιδιού του (της Νάνσι). Όταν ξεκίνησε ο δεσμός τους, ήταν παντρεμένη με τον φίλο του Κάμινγκς, Σκόφιλντ Θάιερ. Κακή αρχή. Ακόμα χειρότερη η συνέχεια: ερωτεύτηκε έναν πλούσιο τραπεζίτη, εξαφανίστηκε μαζί του στην Ιρλανδία κι ο Κάμινγκς είδε την κόρη του έπειτα από καμιά εικοσαριά χρόνια. Με τη δεύτερη σύζυγο, Αν Μίνερλι Μπάρτον, είχαν άλλου είδους προβλήματα αφού κατά τον –επίσης επεισοδιακό– χωρισμό τους επιχείρησε να διεκδικήσει το οικογενειακό του σπίτι στο Νιου Χάμσαϊρ.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Η Μάριον ήταν ένα αναγνωρίσιμο μοντέλο που της υποκλίνονταν οι μεγάλοι φωτογράφοι της εποχής.
«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Έμεινε στην ιστορία ως ο ποιητής που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του (εννοείται χωρίς κεφαλαία) στη διακήρυξη της σύγχρονης ποίησης. Εδώ φωτογραφίζεται από τη Μάριον Μoρχάουζ.

Άγγελος, λοιπόν, η ευγενική, κούκλα και γλυκιά Μάριον. Η γνωριμία τους έγινε τον Ιούνιο του 1932 με ένα ραντεβού στα τυφλά. Την πήρε από το θέατρο όπου εμφανιζόταν, πήγαν για δείπνο στα λημέρια του, στο Felix’s στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, και έμειναν μαζί τριάντα ολόκληρα χρόνια. Μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του.

Εκείνο το διάστημα, ο Κάμινγκς ήταν για τον κόσμο της διανόησης ένα «παιδί-θαύμα» και η Μάριον ένα αναγνωρίσιμο μοντέλο που της υποκλίνονταν οι μεγάλοι φωτογράφοι της εποχής, όπως ο Σέσιλ Μπίτον. «Μήπως είναι πολύ ψηλή για μένα αυτή η κοπέλα;» σκέφτηκε σε εκείνο το πρώτο ραντεβού (καθώς τον ζόριζε το γεγονός ότι τον περνούσε), αλλά οι αμφιβολίες του διαλύθηκαν γρήγορα καθώς εκείνη τον άκουγε με προσήλωση και τον θαύμαζε αληθινά. Η Μάριον όχι μόνο τον έσωσε από τις συναναστροφές που πολλαπλασίαζαν τους μπελάδες του ή από έναν τρίτο αποτυχημένο γάμο αλλά αφέθηκε με χαρά στον τρόπο ζωής του, που δεν ήταν κι ο ευκολότερος.

Οι φίλοι του πάντα απορούσαν πώς μπορεί να ζει χωρίς καθόλου χρήματα. Ο Κάμινγκς δεν έμαθε ποτέ τι θα πει ωράριο. Εργάστηκε μόνο μία φορά στη ζωή του, σε έναν εκδοτικό οίκο στη Νέα Υόρκη, αλλά παραιτήθηκε σε λιγότερο από δύο μήνες. Ήταν από εκείνους τους τύπους που απολάμβαναν την καλή ζωή αλλά συγχρόνως αρνούνταν να δώσουν σημασία στο χρήμα. Ισορροπούσε μεταξύ βραβεύσεων, επαίνων και πύρινων διαλέξεων, αλλά ποτέ δεν κατόρθωνε να σταυρώσει ένα δολάριο. Στην πραγματικότητα, έζησε όλη του τη ζωή με οικονομική υποστήριξη από τους γονείς του και χρήματα που τσόνταραν οι φίλοι του στις δύσκολες στιγμές.

Στη βιογραφία «e.e. cummings: A life», η Σούζαν Τσίβερ (κόρη του συγγραφέα και καλού του φίλου, Τζον Τσίβερ) αναφέρει διάφορες ιστορίες στις οποίες ο Κάμινγκς γλιτώνει πάντα απ’ την ντροπή στο παρά ένα. Μία από αυτές συνέβη παραμονές Πρωτοχρονιάς. «Ο Κάμινγκς και η Mάριον, κυριολεκτικά άφραγκοι, χρησιμοποίησαν τα δύο τελευταία τους εισιτήρια για να πάρουν το μετρό, προκειμένου να παρευρεθούν σε ένα υπέροχο πάρτι. Ήταν ντυμένοι στην τρίχα: εκείνη, με τα μακριά της πόδια μέσα σε μια εντυπωσιακή βραδινή τουαλέτα, κι εκείνος με ένα κομψό ανδρικό ημίψηλο καπέλο και φράκο. Έκανε φοβερό κρύο αλλά καθόλου δεν ανησυχούσαν πώς θα γύριζαν σπίτι. Τους ένοιαζε μόνο να γοητεύσουν τους καλεσμένους και να περάσουν αξέχαστα». Όταν το πάρτι έληξε, βρέθηκαν ξημερώματα μέσα στο ασανσέρ με έναν τραπεζίτη και τη σύζυγό του. «Ήταν όλοι τους ελαφρώς μεθυσμένοι από τη σαμπάνια. Ο τραπεζίτης τότε θαύμασε το όμορφο καπέλο του Κάμινγκς κι εκείνος άδραξε την ευκαιρία. “Κύριε, τι θα δίνατε για να έχετε το προνόμιο να το κρατήσετε;” τον ρώτησε. Με τα πολλά, ο τραπεζίτης πλήρωσε δέκα δολάρια, το καπέλο άλλαξε χέρια και ο Κάμινγκς με τη Mάριον πήραν ταξί για να επιστρέψουν στο Patchin Place».

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Το Patchin Place το 2011

(πάλι
αγάπη μου αργά
συλλέγω
από το μελαγχολικό του στόμα το

συναρπαστικό
λουλούδι)

Ποίηση

Ο Κάμινγκς, αν εξαιρέσουμε τις παιδικές απόπειρες, έγραφε ποιήματα ήδη από το 1904 αλλά μόνο το 1917 δημοσίευσε μια πρώιμη επιλογή ποιημάτων του στην ανθολογία «Eight Harvard Poets». Έπειτα ακολούθησε, το 1920, το περιοδικό «The Dial» που φιλοξένησε επτά ποιήματά του – μεταξύ των οποίων και το περίφημο «Buffalo Bill’s».

Το 1917, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσφέρθηκε να πάει εθελοντής στο μέτωπο. Εστάλη στο σώμα ασθενοφόρων στη Γαλλία. Αλλά ούτε αυτή η συνθήκη τού ταίριαξε. Η συγκρουσιακή σχέση με τον διοικητή, η αντίδραση στη στρατιωτική πειθαρχία και το γεγονός ότι ο φίλος του κατηγορήθηκε για κατασκοπεία τον οδήγησαν σε κέντρο κράτησης στη Νορμανδία για δύο μήνες. Αυτό ήταν. Η επιστροφή στην Αμερική ήταν μονόδρομος. Η περιπέτεια αυτή τουλάχιστον οδήγησε στην έκδοση του πρώτου του βιβλίου «The enormous room» (1922), μιας πεζογραφικής αφήγησης με αρκετό σαρκασμό για την παραμονή του στη γαλλική φυλακή.

Και που ανάμεσα στις σελίδες τοποθετούσε τα σχέδια που έκανε με μολύβι: σώματα γυμνά, μπλεγμένα μεταξύ τους σε απίθανες στάσεις, με εμφανείς ερωτικές διαθέσεις, περιγράφουν τη στιγμή της έντασης και δεν αφήνουν ασάφειες ως προς τις προθέσεις. «Η ποίηση και κάθε άλλη τέχνη ήταν, είναι και θα είναι για πάντα αυστηρά ζήτημα ατομικότητας… Κανείς άλλος δεν μπορεί να ζήσει για λογαριασμό σου· ούτε μπορείς εσύ να ζήσεις για λογαριασμό κάποιου άλλου», έλεγε. Σε έναν κόσμο όπου το αντίπαλο δέος του, ο ποιητής Ρόμπερτ Φροστ, οριοθετούσε τα πράγματα λέγοντας ότι «ο ελεύθερος στίχος είναι σαν να παίζεις τένις χωρίς δίχτυ», ο Κάμινγκς περιφρόνησε όσους ορκίζονταν σε συμβατικά πρότυπα και παραδοσιακές τεχνικές και είπε να εφεύρει ένα ολοκαίνουριο, ολοδικό του λογοτεχνικό ύφος.
Kάποιες πρώτες σημειώσεις όσο έγραφε το περίφημο ποίημά του «Buffalo Bill is dead».

Ο δρόμος ήταν πια ανοιχτός αλλά όχι εύκολος. Έναν χρόνο μετά, ο Κάμινγκς ξεκίνησε την αμφισβήτηση όταν προσπάθησε να δημοσιεύσει μια μεγάλη συλλογή ποιημάτων υπό τον τίτλο «Tulips & Chimneys». Οι περισσότεροι εκδότες απέρριψαν τη συλλογή. Αλλά κι εκείνος που τελικά συμφώνησε δημοσίευσε μια λογοκριμένη εκδοχή της, από την οποία έλειπαν τα πιο πειραματικά και τα ποιήματα με σεξουαλικό περιεχόμενο. Και το καλύτερο; Προς μεγάλη απογοήτευσή του ο εκδοτικός οίκος αντικατέστησε το σύμβολο «&» στον τίτλο, με αποτέλεσμα το βιβλίο να κυκλοφορήσει το 1923 ως «Tulips and Chimneys». Την ίδια χρονιά, δημοσίευσε σε μια αυτοέκδοση κομμένα ποιήματα από την αρχική συλλογή, μαζί με τριάντα έξι καινούργια, χρησιμοποιώντας για τίτλο το σύμβολο «&» που του είχαν απορρίψει. Δύο χρόνια αργότερα, ένας άλλος εκδότης συμφώνησε τελικά να εκδώσει σαράντα ένα από τα ποιήματα που είχαν παραλειφθεί, με τον τίτλο «XLI Poems».

Το μήνυμα είχε σταλεί. Ο Κάμινγκς εξυμνούσε τον έρωτα και τη φύση, υπέκυπτε στα ένστικτά του, αφηνόταν στην επίμονη λυρικότητα και σε πληθωρικούς γλωσσικούς πειραματισμούς, έγραφε για περιπλανώμενους και γκάνγκστερ, για πόλεμο και σεξ, ένωνε λέξεις μεταξύ τους, ξεσήκωνε την Αμερική με στίχους που έμειναν στην ιστορία, όπως το «i like my body when it is with / your body». Οι μισοί κριτικοί τον αποκαλούσαν «αποκρουστικό», οι άλλοι μισοί τον αποθέωναν ως «αξεπέραστο».

Αλλά οι εκδότες, εκεί! Σκεπτικοί και δύσπιστοι. Ο Κάμινγκς δεινοπάθησε για να εκδώσει το «is 5» (1926), όπου πετσόκοβε τη συμβατική σκέψη με στίχους όπως «next to of course god america i / love you land of the pilgrims’ and so forth…», και το «No Thanks» (1935) που απορρίφθηκε από δεκατέσσερις εκδότες. Kάπου εκεί έζησε και έναν εφήμερο έρωτα με την αριστερά, που τον οδήγησε σε ένα ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση το 1931. Επιστρέφοντας έγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα βιβλίο με τίτλο «Eimi», αποκαλώντας την «Unworld» («Ανύπαρκτο Κόσμο») και συγκρίνοντάς τη με την Κόλαση του Δάντη.

«Το να μην είσαι παρά μόνο ο εαυτός σου –σ’ έναν κόσμο που πασχίζει, μέρα νύχτα, να σε κάνει τον οποιονδήποτε άλλο– σημαίνει να δώσεις τη σκληρότερη μάχη που ένας άνθρωπος μπορεί να δώσει· και μη σταματήσεις ποτέ να τη δίνεις», έλεγε και συνέχιζε. Είχε πια πατήσει τα 45 όταν τα πράγματα βελτιώθηκαν, με τη δημοσίευση των «Collected Poems» (1938) και «50 Poems» (1940) και ιδιαίτερα με την κυκλοφορία του «1×1» το 1944, για το οποίο τιμήθηκε με το Shelley Memorial Award.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Σκίτσο του Κάμινγκς
«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Σκίτσο του Κάμινγκς

«Ο Κάμινγκς δεν ήταν μόνο τολμηρός πειραματιστής αλλά και άφθαστος λυρικός και σατιρικός συγγραφέας. Ως λυρικός, ύμνησε εκείνες τις εμπειρίες και αξίες της ζωής που έχουν υμνήσει οι λυρικοί όλων των εποχών – περισσότερο όμως από καθετί τον έρωτα: σαρκικό, ρομαντικό, ιδεώδη ή υπερβατικό. Άλλοτε άσεμνος και λάγνος, άλλοτε συναισθηματικός και τρυφερός, πότε συγκεκριμένος και πότε όχι, πάντοτε όμως συγκλονιστικός, έχει γράψει κατά τη γνώμη μου κάποια από τα ωραιότερα και δραστικότερα ερωτικά ποιήματα του 20ού αιώνα», γράφει στον πρόλογο του βιβλίου «λοιπόν ας φιληθούμε» (εκδόσεις Πατάκη) ο Χάρης Βλαβιανός, που μαζί με τον Γιάννη Δούκα μετέφρασε 49 κορυφαία ποιήματά του.

τα άσεμνα χρώματα του φιλιού της μόλις
στραγγάλισαν
το αίμα μου που βλέπει, η φλυαρία της καρδιάς

της καθήλωσε έναν ουρανοξύστη που κλαίει

μέσα μου

Μια ζωή στη σκιά του Χάρβαρντ

Σε όλη του τη ζωή, το Χάρβαρντ αποτέλεσε μια αναπόφευκτη παρουσία στο ηθικό σύμπαν του Κάμινγκς. Για δύο λόγους: πρώτον γιατί ήταν ένας χώρος όπου επιβάλλονταν οι συμβάσεις και δεύτερον γιατί συχνά αποτελούσε προνόμιο που κληροδοτούσαν οι πατέρες στους γιους.

Ο Κάμινγκς, λοιπόν, που περιφρονούσε τον φόβο και η ζωή του ήταν μια διαρκής «εξέγερση» απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας, είχε έναν εσωτερικό γόρδιο δεσμό να επιλύσει: τη ρήξη με το οικογενειακό και εκπαιδευτικό κατεστημένο.

Ήταν μια εσωτερική σύγκρουση βαθιά. Ταυτοτική. Το Χάρβαρντ ήταν η συνέχεια της οικογένειάς του. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο ενηλικιώθηκε. Το πανεπιστήμιο στο οποίο ήταν προορισμένος να φοιτήσει. Για την οικογένειά του δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής. Στα τρίτα του γενέθλια, το 1897, η μητέρα του το μόνο που σκέφτηκε να σημειώσει στο ημερολόγιό της ήταν την αγάπη του μικρού Έστλιν για το άγαλμα του Τζον Χάρβαρντ: «Τον αγαπά πολύ και λέει “Μαμά, όταν μεγαλώσω λίγο ακόμη, θα γίνω μεγάλο αγόρι και θα πάω στο κολέγιο μαζί με τον Μπαμπά”».

Στις περίφημες διαλέξεις Τσαρλς Έλιοτ Νόρτον του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, οι οποίες τη δεκαετία του ’50 λειτούργησαν ως ψυχοθεραπεία για τον Κάμινγκς, ο ποιητής μίλησε πολύ για το βάρος των γονεϊκών προσδοκιών: «Όταν ήμουν μωρό», είπε, «φορούσα ένα λευκό πουλόβερ, πάνω στο οποίο η μητέρα μου είχε κεντήσει ένα κόκκινο H, για το Harvard».

Στους διαδρόμους του μεταμορφώθηκε από νεαρούλης με διανοουμενίστικο ύφος και υπέρμετρη φιλοδοξία (από τους πολλούς που περιφέρονταν εκεί) σε έναν ταλαντούχο πρίγκιπα της ποίησης με σκοτεινές πλευρές και μια διά βίου διάθεση αμφισβήτησης κάθε σύμβασης. Στο Χάρβαρντ απέκτησε δύο πτυχία, στέρεες βάσεις στην αγγλική και κλασική λογοτεχνία και παντοτινές φιλίες με τον Έζρα Πάουντ και τη Γερτρούδη Στάιν. Εκεί ανακάλυψε το αλκοόλ, τα γρήγορα αυτοκίνητα, τη νύχτα.

Προτού επαναστατήσει ενάντια στις ποιητικές παραδόσεις, έκανε την τζενεράλε του επαναστατώντας ενάντια στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της Βοστώνης και στο ακαδημαϊκό κατεστημένο. Με εξαίρεση μια σύντομη περίοδο κατά την οποία εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής, δεν έζησε ξανά στο Κέιμπριτζ μετά το 1918.

«Η καταστροφή είναι το πρώτο βήμα για τη δημιουργία»
Cummings’s drawing of the view from one of his Paris windows in the 1920s.

Τι ειρωνεία όμως! Το 1915, στην ομιλία αποφοίτησής του, την οποία είχε ονομάσει «The New Art», ο Κάμινγκς τάραξε τη συντηρητική κοινότητα, καθώς εξύμνησε τις πρωτοποριακές μορφές τέχνης: από τον κυβισμό στη ζωγραφική μέχρι τις μουσικές καινοτομίες των Ερίκ Σατί και Ίγκορ Στραβίνσκι.

Σχεδόν 40 χρόνια μετά, όταν επέστρεψε για τις περίφημες έξι αυτοβιογραφικές του διαλέξεις, τους ξανασόκαρε αποκαλώντας τις ομιλίες του «μη-διαλέξεις» (six nonlectures), καθώς ισχυριζόταν ότι δεν γνώριζε τίποτα. Σπανίως ακούγονταν τότε τέτοιες αφοριστικές κουβέντες από το βήμα του Χάρβαρντ. Ο δεσμός είχε σπάσει με κρότο. Ο ομφάλιος λώρος είχε κοπεί.

Δέκα χρόνια μετά από εκείνη την επεισοδιακή επιστροφή στο Χάρβαρντ, ο Κάμινγκς πέθανε στο Joy Farm, το κτήμα της οικογένειας Κάμινγκς στο Σίλβερ Λέικ του Νιου Χάμσαϊρ. Ήταν 3 Σεπτεμβρίου 1962 και σε λίγες μέρες θα έκλεινε τα εξήντα επτά. Ήταν ήδη ο δεύτερος πιο πολυδιαβασμένος ποιητής στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τον Ρόμπερτ Φροστ.

«Ο τρόπος που πέθανε ήταν άλλη μία από τις ιστορίες που διηγούνταν συχνά ο πατέρας μου», γράφει στη βιογραφία του η Σούζαν Τσίβερ: «Καθώς το φως της μέρας έσβηνε και ο υπέροχος ουρανός φωτιζόταν από τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, η Μάριον τον φώναξε για το δείπνο. “Θα έρθω σε λίγο”, της απάντησε. “Θα ακονίσω λίγο το τσεκούρι”. Λίγα λεπτά αργότερα σωριάστηκε στο έδαφος, από εγκεφαλική αιμορραγία. Ήταν εξήντα επτά ετών. Αυτός, όπως μας έλεγε ο πατέρας μου, ήταν ο ιδανικός τρόπος για να πεθάνει κανείς: παραμένοντας άντρας, χρήσιμος, αγαπημένος και δυνατός».

Τελικά εκείνες οι έξι «μη διαλέξεις» στο Χάρβαρντ δεν ήταν η τελευταία του επίσκεψη. Είχε άλλη μια βόλτα να κάνει στην πατρική γη. Γιατί, βλέπετε, όσο κι αν αποτίναξε τη σκόνη της κληρονομημένης σοβαροφάνειας και τον πουριτανισμό της διανόησης της βοστωνέζικης γειτονιάς του, όσο κι αν τσαλακωνόταν γιατί περιφρονούσε την κολαριστή ηθικολογία, όσες κραιπάλες κι αν έγραψε το κοντέρ στο Βίλατζ, όσο κι αν η επανάσταση υπήρξε το κεντρικό στοιχείο της ζωής του και η ρήξη με τις ρίζες ζωτική του ανάγκη, το πρώτο του ποίημα, το οποίο υπαγόρευσε στη μαμά του σε ηλικία τριών ετών, διασώζεται μέχρι σήμερα στο αρχείο του Χάρβαρντ. Και από τον Σεπτέμβριο του 1962, αν θέλει κάποιος να τον συναντήσει, θα τον βρει στο Κοιμητήριο Φόρεστ Χιλς της Βοστώνης…

Τι είναι το στόμα σου για μένα;
Κύπελλο πένθιμου θυμιάματος
Δέντρο με φύλλα κοφτερά,
Ψηλό καράβι ανυπόμονο,
Φαρέτρα με έξοχα βέλη.

Τι είναι το στήθος σου για μένα;
Λουλούδι νέας προσευχής,
Ποίημα σταθερού φωτός,
Πηγάδι με ατάραχα πουλιά,
Τόξο που τρέμει τραβηγμένο.

Τι είναι το σώμα σου για μένα;
Θέατρο μιας τέλειας σιωπής,
Άρμα κόκκινης ταχύτητας
Και Ω, τα ωχρά πόδια
Λευκό – τριχων επιθυμιών!

Τα ποιήματα που αναφέρονται στο άρθρο είναι από τις συλλογές «e.e. cummings – λοιπόν ας φιληθούμε» (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Γιάννης Δούκας, εκδόσεις Πατάκη) και «e.e. cummings – 33x3x33» (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Νεφέλη).

lifo.gr